Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψωλή

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ψωλή Medium diacritics: ψωλή Low diacritics: ψωλή Capitals: ΨΩΛΗ
Transliteration A: psōlḗ Transliteration B: psōlē Transliteration C: psoli Beta Code: ywlh/

English (LSJ)

Dor. ψωλά, ἡ, prop. fem. of ψωλός,

   A membrum virile praeputio retracto, Ar.Lys.143, Av.560 (anap.), Supp.Epigr.3.596 (Panticapaeum, v B. C.).

German (Pape)

[Seite 1405] ἡ, die aufgerichtete und entblößte männliche Ruthe, Ar. Lys. 143 Av. 563.

Greek (Liddell-Scott)

ψωλή: ἡ, κυρίως θηλ. τοῦ ψωλός, τὸ ἀνδρικὸν μόριον ἐντεταμένον καὶ ἔχον τὴν βάλανον ἀποκεκαλλυμμένην, Ἀριστοφ. Λυσ. 143, Ὄρν. 560.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
gland de la verge décalotté (Ar. Lys. 143, Av. 560).
Étymologie: ψωλός.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ, και δωρ. τ. ψωλά Α
το πέος σε στύση
νεοελλ.
(γενικά) το πέος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του θηλ. του αρχ. επιθ. ψωλός].

Russian (Dvoretsky)

ψωλή:membrum virile Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ψωλή -ῆς, ἡ, Dor. ψωλά [~ ψωλός] eikel (deel van penis).