Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπύρωτος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἀπύρωτος Medium diacritics: ἀπύρωτος Low diacritics: απύρωτος Capitals: ΑΠΥΡΩΤΟΣ
Transliteration A: apýrōtos Transliteration B: apyrōtos Transliteration C: apyrotos Beta Code: a)pu/rwtos

English (LSJ)

[ῠ], ον,

   A not exposed to fire, brand-new, φιάλη Il.23.270; uncooked, Thphr.Od.10; of the moon in eclipse, not fiery, Placit.2.29.2; incombustible, Thphr.Lap.19,22.

German (Pape)

[Seite 341] Hom. Iliad. 23, 270 ἀμφίθετον φιάλην ἀπύρωτον, die noch nicht in's Feuer gekommen ist, oder die zum Gebrauche im Feuer gar nicht bestimmt ist, vgl. Athen. 11, 501 b u. s. ἄπυρος.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπύρωτος: [ῠ], -ον, ὁ μὴ τεθεὶς ἐπὶ τοῦ πυρὸς, ἢ ὁ μὴ εἰς πῦρ χρήσιμος, ὡς τὸ ἄπυρος, φιάλη Ἰλ. Ψ. 270· ἐπὶ τῆς σελήνης ἐν ἐλείψει, Πλούτ. 2. 891Ε.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qui n’a pas encore vu le feu;
2 non enflammé, qui ne brille pas.
Étymologie: ἀ, πυρόω.

English (Autenrieth)

= ἄπυρος (i. e. brand new), φιάλη, Il. 23.270.

Spanish (DGE)

-ον

• Prosodia: [-ῠ-]
1 que no se ha puesto al fuego, nuevo φιάλη Il.23.270, Nonn.D.37.700.
2 no cocido de alimentos, Thphr.Od.10.
3 no encendido μέρος de la luna en un eclipse Plu.2.891e, cf. Placit.2.29.2.
4 que no arde, incombustible λίθος Thphr.Lap.22, κίσσηρις, τέφρα Thphr.Lap.19.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀπύρωτος, -ον)
νεοελλ.
αυτός που δεν έχει πυρωθεί ή ζεσταθεί
αρχ.
1. (για σκεύη) αυτός που δεν έχει τεθεί στη φωτιά, αμεταχείριστος, καινούργιος
2. άβραστος, αμαγείρευτος
3. φρ. «απύρωτος σελήνη» (για τη σελήνη σε έκλειψη).

Greek Monotonic

ἀπύρωτος: [ῠ],-ον (πῠρόω), αυτός που δεν έχει εκτεθεί ακόμη στη φωτιά, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἀπύρωτος: (ῠ)
1) не бывший на огне, т. е. не бывший в употреблении (φιάλη Hom.);
2) неосвещенный, темный (τὸ τῆς σελήνης μέρος Plut.).

Middle Liddell

πυρόω
not yet exposed to fire, Il.