Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἁμαξιτός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἁμαξῐτός Medium diacritics: ἁμαξιτός Low diacritics: αμαξιτός Capitals: ΑΜΑΞΙΤΟΣ
Transliteration A: hamaxitós Transliteration B: hamaxitos Transliteration C: amaksitos Beta Code: a(macito/s

English (LSJ)

ον, Ep. and Lyr. ἀμ-, (ἅμαξα, εἶμι

   A ibo) traversed by wagons, ἁ. ὁδός carriage-road, high-road, highway, Pi.N.6.54, X.An.1.2.21; without ὁδός, as Subst., Il.22.146, h.Cer.177, Thgn.599, Hdt.7.200, IG4.926 (Epid.), Tab.Heracl.1.60; ἐν τριπλαῖς ἁ. in a place where three ways meet, S.OT716, etc.    2 metaph., πειθοῦς ἁ. Emp.133; μακρά μοι νεῖσθαι κατ' ἀμαξιτόν Pi.P.4.247.

Greek (Liddell-Scott)

ἁμαξῐτός: -όν, Ἐπ. καὶ λυρ. ἀμ- μετὰ ψιλοῦ πνεύμ., (ἅμαξα, εἶμι) διαβατὸς ἁμάξαις, ἁμαξ. ὁδός, μεγάλη ὁδός δι’ ἁμάξας, Πινδ. Ν. 6. 92. Ξεν. Ἀν. 1. 2, 21. καὶ ἄνευ τοῦ ὁδός, ὡς οὐσιαστ., Ἰλ. Χ. 146, Ὕμ. Ὁμ. εἰς Δήμ. 177, Θέογν. 599, «ἁμαξιτόν, ὁδὸν δημοσίαν, ἁμάξαις διαπορευτὴν ὁδόν», Ἡσύχ., κτλ. 2) μεταφ., πειθοῦς ἁμ. Ἐμπεδ. 304: μακρά μοι νεῖσθαι κατ’ ἀμαξιτὸν Πινδ. Π. 4. 439.

French (Bailly abrégé)

épq. ἀμαξιτός;
ός, όν :
accessible aux voitures, fréquenté par les voitures ; ἡ ἁμαξιτός (ὁδός) grande route.
Étymologie: ἅμαξα.

Spanish (DGE)

(ἁμαξῐτός) -όν

• Alolema(s): ép., lír. ἀμ-; ἁμαξητός Cyr.Al.M.70.1029B

• Prosodia: [ᾰ-]
de carros ὁδός Pi.N.6.54, X.An.1.2.21, IG 42.71.17 (Epidauro IV a.C.), πεδιάς E.Rh.283
subst. ἡ ἁ. la carretera, la vía, Il.22.146, h.Cer.177, Thgn.599, Parm.B 1.21, X.HG 2.4.10, 7.4.22, A.R.3.874, 1238, Theoc.2.76, TEracl.1.60, Str.5.4.6, 11.2.17, Cyr.Al.M.70.1029B, ἁ. μούνη camino para un solo carro Hdt.7.176, 200, δίκροτος ἁ. carretera surcada en ambos sentidos, con dos bandas E.El.775, ἐν τριπλαῖς ἁμαξιτοῖς en un trivio, en una bifurcación S.OT 716
fig., de la narración de un mito μακρά μοι νεῖσθαι κατ' ἀμαξιτόν me resulta demasiado largo ir por el camino real Pi.P.4.247
c. gen. vía πειθοῦς Emp.B 133.

Greek Monolingual

και -ωτός, -ή, -ό (Α ἁμαξιτός, -ον)
1. (για δρόμους ή διαβάσεις) αυτός από τον οποίο είναι δυνατό να διαβεί, να περάσει άμαξα (και γεν. στα νεοελλ. κάθε είδους όχημα)
2. (το αρσ. στα νεοελλ. ή το θηλ. στα αρχ. ως ουσ.) ο (η) ἁμαξιτός (ενν. δρόμος ή οδός)
δημόσια οδός, λεωφόρος
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἁμαξιτόν
η ταχύτερη ή ασφαλέστερη μέθοδος για την πραγματοποίηση κάποιου σκοπού, ο τρόπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἅμαξα + ιτὸς < εἶμι, ρημ. επίθ. Ο δε τ. ἁμαξωτὸς < ἁμαξιτός, κατά τα πολλά επίθ. σε -ωτός].

Greek Monotonic

ἁμαξῐτός: -όν, Επικ. και Δωρ. ἀμ-, (ἅμαξα, εἶμι ibo), αυτός που διασχίζεται από άμαξες, ἁμ. ὁδός, δημόσια οδός, οδός που περνούν άμαξες, σε Πίνδ., Ξεν.· και χωρίς το ὁδός, ως ουσ., σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

ἁμαξῐτός: II эп.-ион. ἀμαξῐτός ἡ (sc. ὁδός) проезжая (большая) дорога Hom., HH, Pind., Soph., Eur., Xen., Theocr.

Russian (Dvoretsky)

ἁμαξῐτός: проезжаемый возами, проезжий (ὁδός Pind., Xen.).