ἄλλοφος
From LSJ
βωμὸν Ἀριστοτέλης ἱδρύσατο τόνδε Πλάτωνος, ἀνδρὸς ὃν οὐδ' αἰνεῖν τοῖσι κακοῖσι θέμις → Aristotle had this altar of Plato set up — Plato, a man whom the wicked dare not even mention in praise
English (LSJ)
ἄλλοφον, Ep. for ἄλοφος, without a crest, Il.10.258, AP6.163 (Mel.).
Spanish (DGE)
-ον
sin penacho κυνέην ... ἄλλοφον Il.10.258, πήληξ ἄ. AP 6.163 (Mel.).
German (Pape)
[Seite 107] ep. statt ἄλοφος, ohne Helmbusch, Hom. einmal, Iliad. 10, 258 κυνέην ταυρείην, ἄφαλόν τε καὶ ἄλλοφον, nach Scholl. Didym. u. Aristonic. Aristarch ἄλοφον.
French (Bailly abrégé)
épq. c. ἄλοφος.
English (Autenrieth)
(λόφος), ᾶ before λ: without plume; κυνέη, Il. 10.258†. (See cut under λόφος.)
see ἄλοφος.
Greek Monotonic
ἄλλοφος: -ον, Επικ. αντί ἄλοφος.
Russian (Dvoretsky)
ἄλλοφος: без султана или гребня (κυνέη Hom.).
Middle Liddell
[epic for ἄλοφος.]