Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπήν

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

German (Pape)

[Seite 920] ep. u. ion. = ἐπάν, w. m. s.; auch Thuc. 5, 47 u. 8, 58, beidemal in Dokumenten; Ar. Av. 1355 Lys. 1175; Xen. Cyr. 5, 2, 1.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπήν: ἐκ τοῦ ἐπεὶ καὶ ἄν, ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. καὶ τοῖς Ἀττ. ποιηταῖς καὶ παρὰ τοῖς πεζογράφοις μέχρι Ξεν., ὅτε κατὰ πρῶτον ἀναφαίνεται τὸ ἐπάν, ἐνῷ ἐν τῇ Ἰάδι τοῦ Ἡροδ. καὶ Ἱππ. ὁ ἐπικρατὼν τύπος εἶναι τὸ ἐπεάν:- Σύνδεσμος χρονικός, ὁπόταν, ὅταν: 1) μεθ’ ὑποτακτ., α) πρὸς δήλωσιν ὑποτιθεμένης περιστάσεως, ἐπὴν πτολίεθρον ἕλωμεν Ἰλ. Δ. 239, κτλ. β) πρὸς δήλωσιν πράξεως ἐπαναλαμβανομένης ἐν τῷ μέλλοντι, ἄμητος δ’ ὀλίγιστος, ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα Ζεὺς Ἰλ. Τ. 223, Ὀδ. Λ. 192, Ἡρόδ. κλ. 2) μετ’ εὐκτ., α) πρὸς δήλωσιν πράξεως ἐπαναληφθείσης ἐν τῷ παρελθόντι, ἐπεὶ δαΐδας παραθεῖτο Ὀδ. Β. 105, Δ. 222, κτλ. β) ὅπως ἐκφέρῃ λέξεις ἢ σκέψεις ἑτέρας, Ἰλ. Τ. 208, Ω. 227. 3) μεθ’ ὁριστ. μόνον παρὰ μεταγεν., ὡς ἐν Σχολ. εἰς Λουκ. Περεγρ. 9.

French (Bailly abrégé)

ion. et épq. c. ἐπάν.

English (Autenrieth)

when, after. See ἐπεί, also ἄν, κέν.

Greek Monolingual

ἐπήν (Α)
(σύνδ.) βλ. επάν.

Greek Monotonic

ἐπήν: σύνδ. = ἐπεί ἄν, βλ. ἐπεί Α. II.

Russian (Dvoretsky)

ἐπήν: эп.-ион. = ἐπάν.

Middle Liddell

[v. ἐπεί A. II.]
Conj. = ἐπεὶ ἄν

English (Woodhouse)

ἐπήν = after that

⇢ Look up "ἐπήν" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)