Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἡβητικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἡβητικός Medium diacritics: ἡβητικός Low diacritics: ηβητικός Capitals: ΗΒΗΤΙΚΟΣ
Transliteration A: hēbētikós Transliteration B: hēbētikos Transliteration C: ivitikos Beta Code: h(bhtiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A youthful, λόγοι X.HG5.3.20; ἡλικία Id.Lac. 4.7, Gal.17(2).791.

German (Pape)

[Seite 1149] zum Jüngling gehörig, jugendlich; λόγοι Xen. Hell. 5, 3, 20; Lac. 4, 7 ἡλικία.

Greek (Liddell-Scott)

ἡβητικός: -ή, -όν, ἀνήκων ἢ κατάλληλος εἰς νεότητα, νεανικός, Λατ. juvenilis, λόγοι Ξεν. Ἑλλ. 5. 3, 20˙ ἡλικία ὁ αὐτ. Λακ. 4, 7.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
d’adolescent, de jeune homme.
Étymologie: ἡβάω.

Greek Monolingual

ἡβητικός, -ή, -όν (Α) ηβητής
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ήβη ή είναι κατάλληλος για την ήβη, ο νεανικός («ἡβητικοί λόγοι», Ξεν.).

Greek Monotonic

ἡβητικός: -ή, -όν, νεανικός, Λατ. juvenilis, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἡβητικός: юношеский, отроческий (ἡλικία Xen.): ἡβητικοὶ λόγοι Xen. беседы о юношестве.

Middle Liddell

ἡβητικός, ή, όν
youthful, Lat. juvenilis, Xen.