Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰσάριθμος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἰσάριθμος Medium diacritics: ἰσάριθμος Low diacritics: ισάριθμος Capitals: ΙΣΑΡΙΘΜΟΣ
Transliteration A: isárithmos Transliteration B: isarithmos Transliteration C: isarithmos Beta Code: i)sa/riqmos

English (LSJ)

[ᾰ], ον,

   A equal in number with, ψυχαὶ ἰ, τοῖς ἄστροις Pl.Ti.41d, cf. Lg.845a, Arist.EN1156a7, al., Call.Del.175, Puchstein Epigr.Gr.p.9; εἰσαρίθμοις ἔπεσι,= ἰσοψήφοις, IG5(1).257 (Laconia): poet. ἰσήριθμος, AP6.84 (Paul. Sil.), 328 (Leon.), Lyc.1258. Adv. ἰσάριθμως Gal.19.469, Them.Or.33.367b.    II Gramm., of the same grammatical number, A.D.Synt.170.13. Adv. -μως ib.143.9.

German (Pape)

[Seite 1263] gleich an Zahl (s. ἰσήριθμος), τινί, Plat. Tim. 41 d u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἰσάριθμος: ῐσᾰ, ον, ἴσος κατὰ τὸν ἀριθμὸν πρός τι, διεῖλε ψυχὰς ἰσαρίθμους τοῖς ἄστροις Πλάτ. Τίμ. 41D, πρβλ. Νόμ. 845Α, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 8. 3, 1, κ. ἀλλ.· οὕτω καὶ Καλλ. εἰς Δῆλ. 175. ἀλλὰ παρ’ Ἐπικ. κατὰ τὸ πλεῖστον ἰσήριθμος Ἀνθ. Π. 6. 84, 328, Λυκόφρ. 1258· - ὡσαύτως μετὰ γεν., Μουσῶν ἰσήριθμον Συλλ. Ἐπιγρ. 6245. - Ἐπίρρ. -μως, Θεμίστ. 367Β.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
égal en nombre à, τινι.
Étymologie: ἴσος, ἄριθμος.

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ἰσάριθμος, -ον, Α ποιητ. τ. ἰσήριθμος)
ίσος κατά τον αριθμό με κάτι («ψυχαὶ ἰσάριθμοι τοῑς ἄστροις», Πλάτ.)
αρχ.
1. γραμμ. αυτός που έχει τον ίδιο γραμματικό αριθμό με κάποιον άλλο
2. επιγρ. ισόψηφος.
επίρρ...
ισαρίθμως και ισάριθμα (Α ἰσαρίθμως)
με ίσο αριθμό
αρχ.
με τον ίδιο γραμματικό αριθμό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -άριθμος (< ἀριθμός), πρβλ. ὀλιγ-άριθμος, πολυ-άριθμος].

Greek Monotonic

ἰσάριθμος: [ῐσᾰ], -ον, ίσος στον αριθμό προς κάτι άλλο, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ἰσάριθμος: ион. ἰσήριθμος 2 (ᾰ) численно равный, столь же многочисленный (ψυχαὶ ἰσάριθμοι τοῖς ἄστροις Plat.; φιλίας εἴδη ἰσάριθμα τοῖς φιλητοῖς Arst.; τρόπαια ταῖς μάχαις ἰσάριθμα Plut.).

Middle Liddell

ἰσ-άριθμος, ον
equal in number.