Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀσμύλη

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὀσμύλη Medium diacritics: ὀσμύλη Low diacritics: οσμύλη Capitals: ΟΣΜΥΛΗ
Transliteration A: osmýlē Transliteration B: osmylē Transliteration C: osmyli Beta Code: o)smu/lh

English (LSJ)

[ῠ], ἡ,

   A a strong-smelling musky octopus, Eledone cirrosa, Arist.Fr.305:

German (Pape)

[Seite 396] ἡ, ein starkriechender Meerpolyp, Arist. bei Ath. VII, 318 d; auch ὀσμύλος, ὄζαινα genannt, Arist. H. A. 4, 1. Vgl. ὀσμύλος.

Greek (Liddell-Scott)

ὀσμύλη: ἡ, θαλάσσιος πολύπους ἔχων ἰσχυρὰν ὀσμήν, Ἀριστ. Ἀποσπ. 288· ὡσαύτως ὀσμύλος, ὁ, αὐτόθι, Αἰλ. π. Ζ. 5. 44, Ὀππ. Ἁλ. 1. 307, 310· πρβλ. ὄζαινα, βολβίδιον.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
sorte de polype de mer qui exhale une odeur forte.
Étymologie: ὀσμή.

Greek Monolingual

ὀσμύλη, ἡ (Α)
ο θαλάσσιος πολύποδας ελεδώνη, το μοσχοχτάποδο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀσμή + επίθημα -ύλη (πρβλ. κογχ-ύλη)].

Russian (Dvoretsky)

ὀσμύλη: (ῠ) ἡ осмила (вид морского полипа, издающего сальный запах) Arst.