Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑπούργημα

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: ὑπούργημα Medium diacritics: ὑπούργημα Low diacritics: υπούργημα Capitals: ΥΠΟΥΡΓΗΜΑ
Transliteration A: hypoúrgēma Transliteration B: hypourgēma Transliteration C: ypoyrgima Beta Code: u(pou/rghma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A service done or rendered, Hdt.1.137, And.2.17, X.Hier.8.7.

German (Pape)

[Seite 1238] τό, erwiesener Dienst, geleistete Hülfe; Her. 1, 137; Andoc. 2, 17 im plur.; Xen. Hier. 8, 7.

Greek (Liddell-Scott)

ὑπούργημα: τό, ὑπηρεσία γενομένη βοήθεια, ἐπικουρία, ὠφέλεια, Ἡρόδ. 1. 137, Ἀνδοκ. 21. 41, Ξεν. Ἱέρων 8, 7.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
aide, assistance.
Étymologie: ὑπουργέω.

Greek Monolingual

-ήματος, το / ὑπούργημα, ΝΑ ὑπουργῶ
νεοελλ.
δημόσιο αξίωμα, κυρίως ανώτερη δημόσια θέση
αρχ.
εξυπηρέτηση, προσφορά.

Greek Monotonic

ὑπούργημα: -ατος, τό, προσφερόμενη, παρεχόμενη υπηρεσία, σε Ηρόδ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ὑπούργημα: ατος τό услуга или помощь Her., Xen.

Middle Liddell

ὑπουργός
a service done or rendered, Hdt., Xen.