Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑπηρεσία

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: ὑπηρεσία Medium diacritics: ὑπηρεσία Low diacritics: υπηρεσία Capitals: ΥΠΗΡΕΣΙΑ
Transliteration A: hypēresía Transliteration B: hypēresia Transliteration C: ypiresia Beta Code: u(phresi/a

English (LSJ)

ἡ, (ἐρέτης)

   A body of rowers, ship's crew, οἵ τε ναῦται καὶ οἱ ἐπιβάται καὶ ἡ ὑ. D.50.30, cf. 10,25,al.; ὑ. κρατίστην ἐμισθωσάμην ib.7; εἶχον κυβερνήτην Φαντίαν... παρεσκευασάμην δὲ καὶ τὸ πλήρωμα πρὸς ἐκεῖνον καὶ τὴν ἄλλην ὑ. ἀκόλουθον Lys.21.10; κυβερνήτας ἔχομεν πολίτας καὶ τὴν ἄλλην ὑ. πλείους καὶ ἀμείνους ἢ ἅπασα ἡ ἄλλη Ἑλλάς Th.1.143; τῆς ἄλλης ὑ. IG12.98.22; χρεία πλοίων ἐστὶ καὶ τῆς κατὰ θάλατταν ὑ. Plb.5.109.1: pl., crews, Th.6.31, 8.1, Isoc.4.142; pl. of naval equipment, [ναῦς] εὖ ταῖς ὑ. ἐξηρτυμένη Plb.1.25.3; ἡ θρὶξ [τῶν αἰγῶν] ἀναγκαία . . εἰς ναυτικὰς ὑπηρεσίας Gp.18.9.3.    II generally, service, δουλεία καὶ ὑ. Ar.V.602 (anap.); ἰατρικὴ ὑ. Pl.Lg. 961e; αἱ σωματικαὶ ὑ. Arist.Pol.1259b26; μόρια τὰ πρὸς ταύτην τὴν ὑ. (sc. πορεύεσθαι) Id.Juv.468a19; αἱ ὑ. αἱ ἔξωθεν κινητικαί Id.PA 684b33; τέχναι καὶ γοητεῖαι καὶ ὅλως ὑ. τινές all kinds of service, D. Prooem.52 (s. v.l., deceptions seems to be the sense); πᾶσαν λειτουργίαν καὶ ὑ. ἐκτελεῖν CIG2786 (Aphrodisias); παρέχειν τι εἰς ὑ. τινί Pl.Lg.717c; ἡ ἐμὴ τῷ θεῷ ὑ. Id.Ap.30a; τίς αὕτη ἡ ὑ. ἐστὶ τοῖς θεοῖς; Id.Euthphr.14d; τὰς ἐκείνων ὑ. εἰς αὑτόν Id.Lg.729d, cf. Arist. EN1158a17; ἄλλας ὑ. ὑποστάντα τῇ πόλει IG4.609 (Argos), cf. 12(5).946.23 (Tenos, i/ii A. D.), CIG2767 (Aphrodisias), etc.    2 in concrete sense, in pl., the class of servants or attendants, Pl.Lg.956e, Ep. 350a, cf. IG5(1).1390.98 (Andania, i B. C.): also in sg., retinue, LXX Jb.1.3, OGI139.8 (Philae, ii B. C.); of shop-assistants, Sardis7(1).168 (iv A. D.).    3 ὑ. σοι παντελὴς . . κεραμίων 'a dinner-service', Axionic.7.

German (Pape)

[Seite 1206] ἡ, eigtl. der Dienst der Ruderer u. Matrosen; – im plur. αἱ ὑπηρεσίαι, die Gesammtheit der Matrosen, die Schiffsmannschaft, Thuc. 6, 31; κυβερνήτας ἔχομεν πολίτας καὶ τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν 1, 143; ταῖς ναυσίν 8, 1; καὶ πληρώματα Lys. 21, 10; Isocr. 4, 142; ὑπηρεσίαν μισθοῦσθαι Dem. 50, 7; ναῦς ταῖς ὑπηρεσίαις ἐξηρτυμένη Pol. 1, 25, 3, vgl. 5, 109, 1. – Uebh. jede schwere Handlangerarbeit, mühsamer Dienst, u. allgem. jede Dienstleistung, ἰατρική Plat. Legg. XII, 961 e; τίς αὕτη ἡ ὑπηρεσία ἐστὶ θεοῖς Euthyphr. 14 d, vgl. τὴν ἐμὴν τῷ θεῷ ὑπηρεσίαν Apol. 30 a; – u. im plur. die ganze dienende Menschenklasse, in Athen auch die untergeordneten Staatsdienste, welche für Lohn verwaltet wurden, im Ggstz der unbesoldeten ἀρχαί, s. Böckh Ath. Staatshh. I p. 257; so ὑπηρεσιῶν ἑκάσταις τῶν ἀρχῶν καταστάσεις Plat. Legg. VII, 956 e.

Greek (Liddell-Scott)

ὑπηρεσία: ἡ, κυρίως ἡ ὑπὸ τῶν ὑπηρετῶν γινομένη ἐργασία, ἡ κατὰ θάλασσαν ἐργασία· ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν χρήσει ὡς συγκεκριμένον, τὸ σύνολον τῶν ἐρετῶν καὶ ναυτῶν, τὸ πλήρωμα τοῦ πλοίου, Θουκ. 8, 1, Δημ. 1208, 20. κλπ.· - ὁ Θουκυδίδης ἀντιτίθησι τὸ ὑπηρεσία πρὸς τὸ κυβερνῆται, 1. 143· πρὸς τὸ θρανῖται, 6. 31· παρὰ δὲ τῷ Λυσίᾳ τὸ ὑπηρεσίαι ἀντίκειται πρὸς τὸ πλήρωμα, 162, 26· παρὰ Δημοσθέν. πρὸς τὸ ναῦται, ἐπιβάται ἐρέται, 1209. 11., 1214. 23., 1216. 13 κἑξ.· ἴδε Arnold εἰς Θουκ. 6. 31 καὶ πρβλ. ὑπηρέτης Ι. ΙΙ. καθόλου, ὡς καὶ νῦν: ὑπηρεσία, ἐργασία, γινομένη ὑπέρ τινος, δουλεία καὶ ὑπ. Ἀριστοφ. Σφ. 602· ἰατρικὴ ὑπ. Πλάτ. Νόμ. 961Ε· αἱ σωματικαὶ ὑπ. Ἀριστ. Πολιτικ. 1. 13. 2· μόρια τὰ πρὸς ταύτην τὴν ὑπ. (ἐξυπακ. πορεύεσθαι) ὁ αὐτ. περὶ Νεότητος 2, 2· αἱ ὑπ. αἱ ἔξωθεν κινητικαὶ ὁ αὐτ. π. Ζ. Μορ. 4. 9, 6· τέχναι καὶ γοητεῖαι καὶ ὅλως ὑπ. τινές, πᾶν εἶδος ἔργου, Δημ. 1458. 18· πᾶσαν λειτουργίαν καὶ ὑπ. ἐκτελεῖν Συλλ. Ἐπιγρ. 2786· παρέχειν τι εἰς ὑπ. τινὶ Πλάτ. Νόμ. 717C· ἡ ἐμὴ τῷ θεῷ ὑπ. ὁ αὐτ. ἐν Ἀπολλ. 30Α· τίς αὕτη ἢ ὑπ. ἐστὶ τοῖς θεοῖς; ὁ αὐτ. ἐν Εὐθύφρ. 14D· τὰς ἐκείνων ὑπ. εἰς ἑαυτὸν ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 729D, πρβλ. Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 8. 6, 3· ἄλλας ὑπ. ὑποστάντα τῇ πόλει Συλλ. Ἐπιγρ. 11. 5, πρβλ. 2336. 33., 2767, κ. ἀλλ. 2) ὡς συγκεκριμένον ἐν τῷ πληθ. ἡ τάξις τῶν ὑπηρετῶν, τῶν θεραπόντων, Πλάτ. Νόμ. 956Ε, ἐν Ἐπιστ. 350Α. 3) ὑπηρεσία σοι παντελής... κεραμίων = supellex fictilium, Ἀξιόνικος ἐν «Χαλκιδικῷ» 3. ΙΙΙ. ἐν Ἀθήναις, δημοσία ὑπηρεσία διαφέρουσα τῆς ἀρχῆς καθ’ ὅσον ἐμισθοδοτεῖτο, Böckh P. E. 1. 320. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 132.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 service de rameur ou de matelot ; au sens concret les matelots, les rameurs;
2 p. ext. service, aide d’un serviteur.
Étymologie: ὑπηρέτης.

Spanish

servicio

Greek Monolingual

η / ὑπηρεσία, ΝΜΑ ὑπηρέτης
1. εξυπηρέτηση, εκδούλευση, προσφορά (α. «προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στο έθνος» β. «τίς αὕτη ἡ ὑπηρεσία ἐστὶ τοῑς θεοῑς», Πλάτ.
γ. «ἣν δουλείαν οὖσαν ἔφασκες καὶ ὑπηρεσίαν ἀποδείξειν», Αριστοφ.)
2. το σύνολο τών υπηρετών, το υπηρετικό προσωπικό (α. «όλη η υπηρεσία είχε άδεια εξόδου» β. «οἱ τῶν ὑπηρεσιῶν ὄντες Ἀθήνηθεν», Πλάτ.)
νεοελλ.
1. έργο, εργασία που ανατίθεται σε στρατιωτικό, δημόσιο ή ιδιωτικό υπάλληλο (α. «ορκίστηκε χτές και ανέλαβε υπηρεσία» β. «υπηρεσία γραφείου»)
2. η εκτέλεση της εργασίας, τών καθηκόντων που ανατίθενται σε κάποιον («τρία έτη πραγματικής υπηρεσίας σε παραμεθόρια περιοχή»)
3. το σύνολο τών διοικητικών και άλλων λειτουργιών ενός κράτους ή δημόσιου οργανισμού (α. «τελωνειακή υπηρεσία» β. «Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών»)
4. η ενεργός κατάσταση δημοσίου υπαλλήλου, ο χρόνος κατά τον οποίο εργάζεται κανείς σε μια εργασία («έχει συντάξιμη υπηρεσία»)
5. στον πληθ. οι υπηρεσίες
(οικον.) τα άυλα αγαθά, στα οποία περιλαμβάνονται οι μεταφορές, η ψυχαγωγία, η εκπαίδευση, η υγεία, το εμπόριο, η άμυνα και η ασφάλεια μιας χώρας, αγαθά τα οποία προσφέρονται από το κράτος ή από ιδιωτικούς φορείς και τών οποίων το σύνολο συγκροτεί τον τριτογενή τομέα της οικονομίας
6. φρ. α) «έχω υπηρεσία» ή «είμαι υπηρεσία» — είναι η σειρά μου να εκτελέσω τα καθήκοντά μου ή να φροντίσω για κάτι
β) «αξιωματικός υπηρεσίας» ή «υπάλληλος υπηρεσίας» — αυτός που αναλαμβάνει την εποπτεία συγκεκριμένων εργασιών, κυρίως μετά τη λήξη του κανονικού προγράμματος
γ) «δημόσια υπηρεσία» — βλ. δημόσιος
δ) «άρνηση υπηρεσίας» — το να αρνείται κανείς να εκτελέσει τα υπηρεσιακά καθήκοντα που ορίζονται από τους κανονισμούς
ε) «τίθεμαι εκτός υπηρεσίας» — απαλλάσσομαι από τα υπηρεσιακά μου καθήκοντα
στ) «Υπηρεσία Επείγουσας Στρατιωτικής Αλληλογραφίας»
στρ. στρατιωτική υπηρεσία μεταφοράς και διανομής εγγράφων που διακινούνται με τον χαρακτηρισμό του επείγοντος ή κατεπείγοντος
ζ) «εξαίρετες [ή σημαντικές] υπηρεσίες»
(νομ.) χαρακτηρισμός της προσφοράς καλλιτεχνών, λογοτεχνών κ.ά. προσώπων, τα οποία, βάσει ορισμένων νόμιμων προϋποθέσεων, θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης ή αιτιολογείται η απονομή σ' αυτά παρασήμου και άλλων διακρίσεων
μσν.
1. η διακονία, το αξίωμα τών διακόνων της εκκλησίας
2. το έργο τών διακόνων ή τών υποδιακόνων της εκκλησίας
3. η ακολουθία («διὰ εἰκοσιτεσσάρων ὑπηρεσιῶν τὸν δρόμον τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς διατελέσωμεν»)
αρχ.
1. το σύνολο τών κωπηλατών και τών ναυτών, το πλήρωμα του πλοίου («κυβερνήτας ἔχομεν πολίτας καὶ τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν πλείους καὶ ἀμείνους ἢ ἅπασα ἡ ἄλλη Ἑλλάς», Θουκ.)
2. επίπονη, χειρωνακτική εργασία
3. στον πληθ. αἱ ὑπηρεσίαι
τα εξαρτήματα του πλοίου («ναῡς εὖ ταῑς ὑπηρεσίαις ἐξηρτυμένη», Πολ.).

Greek Monotonic

ὑπηρεσία: ἡ (ὑπηρέτης),
I. σύνολο κωπηλατών και ναυτών, πλήρωμα πλοίου, σε Θουκ. κ.λπ.
II. υπηρεσία, λειτουργία, σε Αριστοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ὑπηρεσία:
1) судовой экипаж (матросы и гребцы) Dem.;
2) гребной состав, гребцы Dem.;
3) матросский состав Thuc.;
4) низший чиновник, служитель Plat.;
5) служение, служба (ἰατρικὴ ὑ., ἡ ὑ. τοῖς θεοῖς Plat.);
6) биол. функция, работа (αἱ ὑπηρεσίαι κινητικαί Arst.).

Middle Liddell

ὑπηρεσία, ἡ, ὑπηρέτης
I. the body of rowers and sailors, the ship's crew, Thuc., etc.
II. service, Ar., etc.