Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπικουρία

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: ἐπικουρία Medium diacritics: ἐπικουρία Low diacritics: επικουρία Capitals: ΕΠΙΚΟΥΡΙΑ
Transliteration A: epikouría Transliteration B: epikouria Transliteration C: epikouria Beta Code: e)pikouri/a

English (LSJ)

Ion. -ιη, ἡ,

   A aid, succour, Hdt.6.100,108, A.Pers.731 (troch.), etc.; ἐπικουρίας δεῖσθαι Th.1.32, X.Oec.17.13; τῆς ἐνδείας ἐ. τὸ κέρδος Arist.EN1163b4; . ποιεῖσθαί τινι Th.1.33; ἐ. λαβεῖν, ἔχειν, E.Or.266, Pl.Grg.492c; ἀπολογίας towards one's defence, D.49.50; σκυτίνη 'πικ., = ὄλισβος, Ar. Lys.110.    II. auxiliary force, A.Supp.721, Th.7.59 (pl.), Hdt.5.63.    2. position of the ἐπίκουροι (in Plato's Republic), Pl.R. 415c.    III. prayer for aid, entreaty, SIG1015.24 (Halic., iii B.C.).

German (Pape)

[Seite 952] ἡ, Hülfe, Beistand, neben ἀρωγή Aesch. Pers. 717; τίν' ἐπικουρίαν λάβω; Eur. Or. 266; Her. 6, 108; bes. im Kriege, Hülfstruppen, Söldner, 5, 63. 80, wie Aesch. Suppl. 702; auch im plur., Thuc. 7, 59; ἐπικουρίαν ποιεῖσθαι, = ἐπικουρεῖν, 1, 33; ἐκπέμψαι Xen. Hell. 6, 1, 17; ἔχειν Plat. Gorg. 492 c; ἀλλήλοις ἔχειν Lys. 215 a; ἐπικουρίαν ταῖς χρείαις ἐξευπορεῖν Tim. 70 c.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπικουρία: Ἰων. -ίη, ἡ, βοήθεια, συνδρομή, Ἡρόδ. 6. 108, Αἰσχύλ. Πέρσ. 731, κτλ.· ἐπικουρίας δεῖσθαι Θουκ. 1. 32· ἐπικουρίαν ποιεῖσθαί τινι αὐτόθι 33· ἐπ. λαμβάνειν, ἔχειν Εὐρ. Ὀρ. 266, Πλάτ. Γοργ. 492C· ἡγοῦ σοι μεγάλην ἐπικουρίαν ἀπολογίας ἔσεσθαι, ἐνόμιζες ὅτι ἤθελεν εἶναι εἰς σὲ μεγάλη βοήθεια εἰς ἀπολογίαν, Δημ. 1199. 11. ΙΙ. ἐπικουρικὴ δύναμις, βοηθητική, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 721: ‒ μισθοφορικὸν στράτευμα, Ἡρόδ. 5. 63., 6. 100· ἐν τῷ πληθ., Θουκ. 7. 59· πρβλ. συμμαχία ΙΙ. 2) ἡ θέσις τῶν ἐπικούρων ἐν τῇ Πολιτείᾳ τοῦ Πλάτωνος, Πολ. 415C· πρβλ. ἐπίκουρος Ι. 4.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 secours, assistance;
2 troupe de secours, de renfort ; particul. troupes mercenaires.
Étymologie: ἐπίκουρος.

English (Strong)

from a compound of ἐπί and a (prolonged) form of the base of κοράσιον (in the sense of servant); assistance: help.

English (Thayer)

ἐπικουρίας, ἡ (ἐπικουρέω to aid), aid, succor: Thucydides and Euripides down.)

Greek Monolingual

η (AM ἐπικουρία) επίκουρος
1. βοήθεια, συνδρομή, ενίσχυση («ἐπικουρίας δεῑσθαι», Θουκ.)
2. εφεδρεία στρατού («καὶ τ’ ἄλλα πλοῑα πᾱσά θ’ ἡ ‘πικουρία εὔτρεπτος», Αισχύλ.)
αρχ.
1. η θέση τών επικούρων, τών μάχιμων, στην πλατωνική Πολιτεία
2. μισθοφορικό στράτευμα
3. παράκληση, ικεσία για βοήθεια.

Greek Monotonic

ἐπικουρία: Ιων. -ίη, ἡ (ἐπικουρέω),·
I. βοήθεια, συνδρομή, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.
II. βοηθητική, ενισχυτική ή μισθοφορική δύναμη, σε Ηρόδ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπικουρία: ион. ἐπικουρίη ἡ тж. pl.
1) помощь, защита: ἐπικουρίας δεῖσθαι Thuc., Arst. нуждаться в помощи или просить о помощи; ἐπικουρίαν ποιεῖσθαί τινι Thuc. оказывать кому-л. помощь; ἐπικουρίαν λαμβάνειν или ἔχειν Eur., Plat. и ἐπικουρίας τυγχάνειν NT получать помощь;
2) воен. вспомогательные силы (ἐ. εὔπρεπτος Aesch.);
3) наемные войска Her., Thuc., Plut.

Middle Liddell

ἐπικουρία, ἡ, ἐπικουρέω
I. aid, succour, Hdt., Aesch., etc.
II. an auxiliary or mercenary force, Hdt., Thuc.

Chinese

原文音譯:™pikour⋯a 誒披-枯里阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:在上-少年
字義溯源:幫助;由(ἐπί)*=在⋯上)與(κοράσιον)=小女孩)組成;而 (κοράσιον)出自(κορέννυμι)Y*=少女)。參讀 (βοήθεια)同源字
出現次數:總共(1);徒(1)
譯字彙編
1) 幫助(1) 徒26:22