Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὕπαρχος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὕπαρχος Medium diacritics: ὕπαρχος Low diacritics: ύπαρχος Capitals: ΥΠΑΡΧΟΣ
Transliteration A: hýparchos Transliteration B: hyparchos Transliteration C: yparchos Beta Code: u(/parxos

English (LSJ)

ὁ,
A subordinate commander, lieutenant, ὕπαρχος ἄλλων . . οὐχ ὅλων στρατηγός S.Aj.1105; ὕπαρχος ὢν τῷ ἀδελφῷ Luc.DMort.12.2; ὑπάρχοις τοῖς ἐμοῖς E.Hel.1432.
2 subordinate governor, of satraps, etc., Hdt.3.70, 4.166, al., X.An.4.4.4; Ἰωνίας Th.8.31; Ἑλλησποντίων Sor.Vit.Hippocr.8; in the Seleucid kingdom, OGI225.36 (Didyma, iii B. C.).
b = Lat. proconsul, Epigr.Gr.906 (Gortyn); = legatus, ὕπαρχος Αὐτοκράτορος Καίσαρος Inscr.Prien.247, cf. App.BC5.26, D.C.36.36, al.; ὕπαρχος Αἰγύπτου, = praefectus Aegypti, Arr.An.3.5.7; ὕπαρχος τοῦ ἱεροῦ πραιτωρίου = praefectus praetorio, IGRom.3.435 (Pisidia), cf. Lyd. Mag.1.14, al., Gloss.; so ὕπαρχος alone, in verse, of the praefectus praetorio Illyrici, IG22.4224 (v A. D.), cf. 4226 (v A. D.), 7.94 (Megara, v. A. D.); ὁ τῆς πόλεως ὕπαρχος = praefectus urbi, Lyd.Mag.1.38, cf. 2.19.
II subject to one, τῶν Καρχηδονίων Plb.7.9.5.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

ὕπαρχος: ὁ, ὁ ἄρχων ἢ διοικῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς ἑτέρου, ὑποδιοικητής, ὑποστράτηγος, ὕπ. ἄλλων, οὐχ ὅλων στρατηγὸς Σοφ. Αἴ. 1105· ὕπ. ὤν τῷ ἀδελφῷ Λουκ. Νεκρ. Διάλ. 12, 2. τοῖς ἐμοῖς ὑπάρχοις Εὐρ. Ἑλ. 1432. 2) ὁ κυβερνῶν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κυβερνήτου, ἀντιβασιλεύς, Ἡρόδ. 3. 70., 4. 166, κ. ἀλλ., Ξενοφ., κλπ.· ἐν μεταγεν. ἐπιγραφαῖς, = praefectus provinciae, ἔπαρχος, Συλλ. Ἐπιγρ. 373b (προσθῆκ.), 1080· praef. pr et rio, τῆς αὐλῆς, αὐτόθι 2592· praefectus urbis, Εὐαγρ. 2473Α. ΙΙ. ὁ ὑποκείμενος εἴς τινα, τινος Πολύβ. 7. 9, 5. - Καθ’ Ἡσύχ.: «ὕπαρχος· οἰκονόμος, πολέμου στρατηγός».

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui commande sous les autres ou à la place d’un autre;
ὕπαρχος :
1 lieutenant;
2 gouverneur.
Étymologie: ὑπάρχω.

Greek Monotonic

ὕπαρχος: ὁ, υποδιοικητής, υποστράτηγος, υπολοχαγός, αντιπλοίαρχος, υποκυβερνήτης, αντιβασιλέας, σε Ηρόδ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ὕπαρχος:
I 2 подчиненный, подвластный (Καρχηδονίων Polyb.).
II
1) помощник, заместитель (τινος Soph. и τινι Luc.);
2) наместник, правитель (τῆς Ἀρμενίας Xen.).

Middle Liddell

ὕπ-αρχος, ὁ,
commanding under another, a lieutenant, lieutenant-governor, viceroy, Hdt., etc.

English (Woodhouse)

ὕπαρχος = deputy, lieutenant, subordinate, a subordinate lieutenant, under-ruler, vice-regent

⇢ Look up "ὕπαρχος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)