Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠτακουστής

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὠτᾰκουστής Medium diacritics: ὠτακουστής Low diacritics: ωτακουστής Capitals: ΩΤΑΚΟΥΣΤΗΣ
Transliteration A: ōtakoustḗs Transliteration B: ōtakoustēs Transliteration C: otakoustis Beta Code: w)takousth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A listener, eavesdropper, of a person employed as a spy by tyrants, Arist.Pol.1313b14, Mu.398a21, Plb.16.37.1, Plu. 2.522f.

Greek (Liddell-Scott)

ὠτᾰκουστής: -οῦ, ὁ, ὁ ὠτακουστῶν, προσπαθῶν κρυφίως νὰ ἀκούσῃ τι, κατάσκοπος, οἷος ὁ ὑπὸ τῶν τυράννων χρησιμοποιούμενος ἵνα ὠτακουστῇ, Ἀριστ. Πολιτικ. 5. 11, 7, περὶ Κόσμου 6, 9, Πολύβ. 16. 37, 1, Πλούτ. 2. 522F.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
celui qui est aux écoutes, espion.
Étymologie: οὖς, ἀκούω.

Greek Monolingual

ο / ὠτακουστής, ΝΑ ὠτακουστῶ
άτομο που κρυφακούει
αρχ.
κατάσκοπος που χρησιμοποιούσαν ιδίως οι τύραννοι («τοὺς ὠτακουστὰς ἐξέπεμπεν Ἱέρων, ὅπου τις εἴη συνουσία καὶ σύλλογος», Αριστοτ.).

Greek Monotonic

ὠτᾰκουστής: -οῦ, ὁ (ἀκούω), αυτός που κρυφακούει, κατάσκοπος, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

ὠτᾰκουστής: οῦ ὁ подслушиватель, шпион Arst., Polyb., Plut.

Middle Liddell

ὠτ-ᾰκουστής, οῦ, ὁ, ἀκούω
a listener, spy, Arist.