Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύλλογος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: σύλλογος Medium diacritics: σύλλογος Low diacritics: σύλλογος Capitals: ΣΥΛΛΟΓΟΣ
Transliteration A: sýllogos Transliteration B: syllogos Transliteration C: syllogos Beta Code: su/llogos

English (LSJ)

ὁ,

   A assembly, concourse, meeting of persons, whether legal or riotous, σ. ἐγίνετο Hdt.8.74; Ἀχαιῶν σ., name of a play by Sophocles; ξ. γυναικοπληθεῖς E.Alc.951; σ. στρατεύματος Id.IA514, cf. 825; ἐν θεοῖς σ. σοῦ πέρι ἔσται Id.Hel.878; σ. ποιῆσαι Th.1.67, 4.114 (cf. ἐκκλησία) ; σ. ποιέεσθαι Hdt.7.8 init., 8.24, cf. E.Heracl.335; σ. διαλύειν Hdt.7.10.δ'; of the people, διαλύεσθαι ἐκ τοῦ σ. Id.3.73; σ. σχολαστικοί Arist.Pol.1313b3; συμπόσια καὶ ἄλλοι σ. Phld.Mus. p.110K.; ὁ σ. ὁ Ἁλικαρνασσέων SIG45.1 (Halic., v B.C.), cf. 278.3 (Priene, iv B.C.), al.; at Athens, of any special public meeting or assembly, opp. the common ἐκκλησία, Th.2.22, Pl.Lg.764a; ἐκκλησίᾳ καὶ ἄλλῳ σ. παντί, ὅστις ἂν πολιτικὸς σ. γένηται Id.Grg.452e, cf. X.An.5.7.2, D.19.122; freq. of a muster of forces, X.Cyr.6.2.11, al.; so σ. νεῶν And.3.38; σ. θεραπηΐης a medical consultation, Hp. Praec.13.    II metaph., collectedness, presence of mind, σύλλογον ψυχῆς λαβέ E.HF626.

German (Pape)

[Seite 976] ὁ, wie συλλογή, Sammlung, Versammlung, Zusammenkunft, ἅπας Ἀχαιῶν σύλλογος στρατεύματος, Eur. I. A. 514; ἀστῶν σύλλογον ποιήσομαι, = συλλέξομαι, Heracl. 336; auch übtr., σύλλογον ψυ χῆς λάβε, Herc. F. 626, sich sammeln, fassen, bes. von Menschen, σύλλογον ποιεῖσθαι, versammeln, Her. oft, Ggstz σύλλογον διαλύειν, 7, 10, 4, u. διαλύεσθαι ἐκ τοῦ συλλόγου, 3, 73; Thuc. oft, Plat. u. Folgde, wie Xen. An. 5, 6, 22, auch der Ort, wo sich die Soldaten versammeln, 1, 1, 2.

Greek (Liddell-Scott)

σύλλογος: ὁ, συνέλευσις, συνάθροισις ἀνθρώπων εἴτε νόμιμος εἴτε ὀχλαγωγική, στασιώδης, σ. ἐγένετο Ἡρόδ. 8. 74· Ἀχαιῶν ξ., ὄνομα δράματος τοῦ Σοφοκλ.· ξ. γυναικοπληθεῖς Εὐρ. Ἄλκ. 951· σ. στρατεύματος ὁ αὐτ. ἐν Ι. Α. 514, πρβλ. 825· σ. ἐστι περί τινος ὁ αὐτ. ἐν Ἑλ. 878· σ. ποιεῖν Θουκ. 1. 67., 4. 114 (πρβλ. ἐκκλησία)· σ. ποιήσασθαι, ἀντίθετον τῷ διαλύειν, Ἡρόδ. 7. 10, 4, πρβλ. 7. 8 ἐν ἀρχ., 8. 24, Εὐρ. Ἡρακλ. 335, κτλ.· ἐπὶ τοῦ λαοῦ, διαλύεσθαι ἐκ τοῦ σ. Ἡρόδ. 3. 73· ― παρ’ Ἀττ., ἐπὶ πάσης ἐκτάκτου τοῦ λαοῦ συνελεύσεως, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν συνήθη συνέλευσιν ἢ ἐκκλησίαν, Θουκ. 2. 22, Πλάτ. Νόμ. 704Α· ἐκκλησίᾳ καὶ ἄλλῳ ξ., ὅστις ἂν πολιτικὸς ξ. γένηται ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 452Ε, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 5. 7, 2, Δημ. 378. 24· ― συχνάκις ἐπὶ συλλογῆς στρατευμάτων ἢ στρατολογίας, Ξεν. Κύρ. 6. 2, 11, κ. ἀλλ.· οὕτω, σ. νεῶν Ἀνδοκ. 28. 17· ― σ. θεραπείης, συμβούλιον ἰατρικόν, Ἱππ. 28. 28. ΙΙ. μεταφορ., σύ τ’, ὦ γύναι μοι, σύλλογον ψυχῆς λάβε, ἀναθάρρει, λάβε θάρρος, ἔλα εἰς τὸν ἑαυτόν σου καὶ λάβε θάρρος, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 626.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 rassemblement, réunion;
2 réunion de troupes.
Étymologie: συλλέγω.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
νεοελλ.
1. οργανωμένη ομάδα ανθρώπων με κοινούς στόχους (α. «σύλλογος εκπαιδευτικών» β. «εξωραϊστικός σύλλογος» γ. «εμπορικός σύλλογος»)
2. φρ. «σύλλογος τών καθηγητών [ή τών δασκάλων]» — το σύνολο τών εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε ένα σχολείο όταν συνεδριάζει για να αποφασίσει για θέματα που έχουν καθοριστεί από την υπηρεσία
μσν.-αρχ.
σύναξη, συνάθροιση, συγκέντρωση (α. «τῶν Προφητῶν ὁ σύλλογος», Μηναί.
β. «ἔξωθεν δὲ με γάμοι τ' ἐλῶσι Θεσσαλῶν καὶ ξύλλογοι γυναικοπληθεῑς, Ευρ.
γ. «σύλλογός τε δὴ ἐγίνετο», Ηρόδ.)
αρχ.
1. έκτακτη συνέλευση του λαού στην αρχαία Αθήνα
2. στρατολογία, συγκέντρωση στρατιωτών
3. φρ. α) «σύλλογον ποιοῡμαι» — συλλέγω (Ηρόδ.)
β) «σύλλογον διαλύω» — λύω την συνέλευση (Ηρόδ.)
γ) «σύλλογος νεῶν» — στόλος (Ανδοκ.)
δ) «σύλλογος θεραπείας» — ιατρικό συμβούλιο (Ιπποκρ.)
ε) «σύλλογον ψυχῆς λαμβάνω» — συνέρχομαι, έρχομαι στα συγκαλά μου, ανακτώ τις δυνάμεις μου (Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -λόγος].

Greek Monotonic

σύλλογος: ὁ (λέγω),
I. συγκέντρωση, συνάθροιση, συνέλευση, σύναξη, σε Ηρόδ., Αττ.· σύλλογον ποιεῖσθαι, συγκαλώ συνέλευση, αντίθ. προς το διαλύειν, σε Ηρόδ. κ.λπ.· στρατολόγηση στρατού, σε Ξεν.
II. μεταφ., προσήλωση του νου σε κάτι, σύνεση, φρόνηση, αγχίνοια, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

σύλλογος:
1) собрание, сборище, сходка Her., Arst.: ξύλλογοι γυναικοπληθεῖς Eur. многолюдные женские собрания; ἅπας σ. στρατεύματος Eur. полный сбор войска; καὶ ἐν ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν ἄλλῳ ξυλλόγῳ, ὅστις ἂν πολιτικὸς σ. γίγνηται Plat. и в народном собрании, и во всяком другом собрании, если оно только посвящено политическим вопросам;
2) сборный пункт Xen.;
3) присутствие духа, бодрость (σύλλογον ψυχῆς λαβεῖν Eur.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύλλογος -ου, ὁ, Att. ook ξύλλογος [συλλέγω] verzameling; bijeenkomst, vergadering; samenscholing:; ξύλλογον ποιῆσαι een vergadering beleggen Thuc.; σύλλογον διαλύειν een vergadering ontbinden Hdt. 7.10.δ 1; διαλύεσθαι ἐκ τοῦ συλλόγου uit elkaar gaan uit de vergadering Hdt. 3.73.3; overdr..; σύλλογον ψυχῆς λαβέ raap je geest bijeen, ‘kom tot jezelf’ Eur. HF 626; milit..; σ. τῶν νεῶν verzameling van de schepen And. 3.38; geneesk..; θεραπείης σ. consult Hp.; in Athene van een publieke bijeenkomst of vergadering buiten de ἐκκλησία.

Middle Liddell

σύλ-λογος, ὁ, λέγω
I. an assembly, Hdt., attic; σύλλογον ποιεῖσθαι to convene an assembly, opp. to διαλύειν, Hdt., etc.:— a muster of forces, Xen.
II. metaph. collectedness, presence of mind, Eur.