Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οὖς

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: οὖς Medium diacritics: οὖς Low diacritics: ους Capitals: ΟΥΣ
Transliteration A: oûs Transliteration B: ous Transliteration C: ous Beta Code: ou)=s

English (LSJ)

(nom. sg. freq. in IGIl(2).161 B126, al. (Delos, iii B. C.), v. sub fin.), τό, gen. ὠτός, dat. ὠτί: pl. nom. ὦτα, gen. ὤτων, dat. ὠσί (ὤτοις condemned by Phryn.186):—Hom. has only acc. sg. and dat. pl. (v. infr.); the other cases he forms as if from οὖας (which is found in Simon.37.14), gen. οὔατος, pl. nom. and acc. οὔατα (also in Epich.21, Hp.Cord.8,al., SIG1025.62 (Cos, iv/iii B. C.)), dat.

   A οὔασι Il.12.442 (ὠσίν Od.12.200): Hellenistic nom. sg. ὦς PPetr.3p.33 (iii B. C.), PGrenf.1.12.29, 2.15 ii I (ii B. C.), IG7.3498.19 (Oropus, ii B. C.), Roussel Cultes Egyptiens 217 (Delos, ii B. C.), PStrassb.87.14 (ii B. C.): also Dor. ὦς Theoc.11.32; pl.ὤϝαθ' cj. for ὦτά θ' in Alcm.41:—ear, Ἄντιφον αὖ παρὰ οὖς ἔλασε ξίφει Il.11.109; [κηρὸν] ἐπ' ὠσὶν ἄλειψ' Od. l.c.; αἲ γὰρ δή μοι ἀπ' οὔατος ὧδε γένοιτο oh may I never hear of such a thing! Il.18.272; αἲ γὰρ ἀπ' οὔατος εἴη 22.454; ἀμφὶ κτύπος οὔατα βάλλει 10.535; ὀρθὰ ἱστάναι τὰ ὦτα, of horses, Hdt.4.129, cf. S.El.27, etc.; ἐν τοῖσι ὠσὶ… οἰκέει ὁ θυμός Hdt.7.39, cf.1.8; βοᾷ ἐν ὠσὶ κέλαδος rings in the ear, A.Pers.605; φθόγγος βάλλει δι' ὤτων S.Ant.1188, cf. A.Ch.56 (lyr.); δι' ὠτὸς παῦρα ἐννέπειν πρός τινα S.El. 1437 (lyr.); ὀξὺν δι' ὤτων κέλαδον ἐνσείσας ib.737, cf. OT1387; δι' ὤτων ἦν λόγος E.Med.1139, cf. Rh.294, 566; so ἁμῖν τοῦτο δι' ὠτὸς ἔγεντο Theoc.14.27; λόγους ψιθύρους εἰς ὦτα φέρει S.Aj.149 (anap.); εἰς οὖς ἑκάστῳ… ηὔδα λόγους E.Andr.1091, cf. Hipp.932; προσκύψας μοι μικρὸν πρὸς τὸ οὖς Pl.Euthd. 275e; ἐπ' (ἐς cj. Dawes) οὔατα λάθριος εἶπεν Call.Ap.105; reversely, παρέχειν τὰ ὦτα to lend the ears, i. e. to attend, Pl.Cra.396d, etc.; so ἐπισχέσθαι τὰ ὦτα Id.Smp.216a; παραβάλλειν Id.R.531a, cf. Call.Fr. anon.375; τὰ ὦτα ἐξεπετάννυτο Ar.Eq.1347; ὦτα χορηγεῖν Plu.2.232f; ἀποκλείειν τὰ ὦτα ib.143f; οἱ ὦτα ἔχοντες those who have ears to hear, ib. 1113c: metaph., of spies in Persia, X.Cyr.8.2.10sq., Luc.Ind.23, cf. Arist.Pol.1287b30; τὸ τῶν λεγομένων ὤτων καὶ προσαγωγέων γένος Plu.2.522f; τὰ ὦτα ἐπὶ τῶν ὤμων ἔχοντες, of persons who slink away ashamed (hanging their ears like dogs), Pl.R.613c: prov., v. λύκος; τεθλασμένος οὔατα πυγμαῖς, of a boxer, Theoc.22.45 (cf. ὠτοκάταξις) ; ἐπ' ἀμφότερα τὰ ὦτα καθεύδειν sleep soundly, Aeschin. Socr.54 D.    II from resemblance to an ear,    1 handle, esp. of pitchers, cups, etc., οὔατα δ' αὐτοῦ τέσσαρ' ἔσαν Il.11.633, cf. 18.378, Bion ap. Plu.2.536a, IG11(2).161 B126 (Delos, iii B. C.), Hero Spir.2.23, Dsc.5.87; [ποτήριον] ὦτα συντεθλασμένον Alex.270.3.    2 in Archit., = παρωτίς 4, IG12.372.201, cf. 319.6.    3 οὖς Ἀφροδίτης, a kind of shell-fish, Antig.Car. ap. Ath.3.88a; οὖς θαλάττιον, = ἀγρία λεπάς, Arist.HA529b16.    4 τὰ ὦτα (οὔατα Hp.) τῆς καρδίας the auricles of the heart, Hp.Cord.8, Gal.UP6.15, cf. 2.615K.    5 name of part of a bandage, Heraclas ap. Orib.48.15 tit. [Written ὀ̄ς in IG12. Il.cc.] (Cogn. with Lat. auris, Lith. ausìs, OE. éar, etc.; details obscure; nom. sg. οὖς perh. from *ο(ϝ)ος (contained in ἀμφώης).)

German (Pape)

[Seite 420] τό, aus οὖας zsgz. u. dah. im gen. ὠτός, ὦτα, ὤτων, dat. plur. statt ὠσίν bei Sp. auch ὤτοις, vgl. Lob. Phryn. 211, – das Ohr, auris, bei den Lacedämoniern u. Kretern αὖς, αὐτός, lautend; Hom. hat von dieser Form nur den acc. sing. οὖς, Il. 11, 109. 20, 473, u. den dat. plur. ὠσίν, Od. 12, 200; ἐν ὠσὶ νωμῶν καὶ φρεσίν, Aesch. Spt. 25, wie δι' ὤτων φρενός τε δαμίας περαῖνον Ch. 54; βοᾷ δ' ἐν ώσὶ κέλαδος, Pers. 597; τοῦτο διαμπερὲς οὖς ἵκετ' ἅπερ τε βέλος, Ch. 374; ὀρθὸν οὖς ἵστησιν, Soph. El. 27, vom Pferde, die Ohren spitzen (vgl. Luc. Tim. 23 u. a. Sp., ἑστῶσιν ὠσίν τι ἀκοῦσαι, Aristid.); τυφλὸς τά τ' ὦτα τόν τε νοῦν τά τ' ὄμματ' εἶ, O. R. 371; καί με φθόγγος οἰκείου κακοῦ βάλλει δι' ὤτων, Ant. 1173, öfter, wie Eur. u. sp. D., χ' ἁμῖν τοῦτο δι' ὠτὸς ἔγεντο Theocr. 14, 27; Her. gew. im plur., 1, 8. 4, 29. 7, 39; προσκύψας μοι σμικρὸν πρὸς τὸ οὖς, Plat. Euthvd. 275 a; παρεῖχον τὰ ὦτα, Crat. 396 d, u. öfter in ähnl. Vrbdgn, sein Ohr leihen; ἐπισχόμενος τὰ ὦτα, Conv. 216 a u. öfter, u. Folgende; λόγους ψιθοροὺς πλάσσων εἰς ὦτα φέρει πᾶσιν Ὀδυσσεύς, Soph. Aj. 149, wie auch wir sagen »ins Ohr flüstern«, heimlich; so Sp., wie Plut. – Uebertr. wie ὀφθαλμός, ὦτα καὶ ὀφθαλμοὶ πολλοὶ βασιλέως, Luc. adv. ind. 23, von den Dienern des Königs; vgl. Schol. Ar. Ach. 92; Plut. de curiosit. 16 τὸ τῶν λεγομένων ὤτων καὶ προσαγω γέων γένος. – An Gefäßen, wie Bechern und Krügen, der Henkel, Handgriff, Ath. XI, 474 d, Plut. u. a. Sp.; – οὖς Ἀφροδίτης hieß eine Muschelart, Ath. III, 88 d.

French (Bailly abrégé)

ὠτός (τό) :
gén. pl. ὤτων;
1 oreille : παρέχειν τὰ ὦτα LUC prêter l’oreille ; ὦτα ἔχειν PLUT avoir l’oreille attentive, écouter ; τὰ ὦτα ἀναπεταννύειν LUC ouvrir l’oreille ; δι’ ὠτός, à l’oreille, d’où pacifiquement, amicalement SOPH ; fig. ὦτα βασιλέως XÉN les oreilles du grand roi, càd ses espions;
2 p. anal. anse, poignée.
Étymologie: R. ἈϜ, entendre, > ἀΐω, αἰσθάνομαι ; cf. lat. auris, audio.

English (Autenrieth)

gen. οὔατος, pl. dat. ὠσίν: ear; ἀπ' οὔατος, ‘far from the ear,’ i. e. unheard, Il. 18.272, Il. 22.445; of the handles of a tankard, Il. 11.633.

English (Strong)

apparently a primary word; the ear (physically or mentally): ear.

English (Thayer)

genitive ὠτός, plural ὦτα, dative ὦσιν, τό (cf. Latin auris, ausculto, audio, etc.; akin to ἀΐω, αἰσθάνομαι; cf. Curtius, § 619; Vanicek, p. 67); from Homer down; Hebrew אֹזֶן; the ear;
1. properly: ὦτα τίνος εἰς δέησιν, to hear supplication, ἡ γραφή πληροῦται ἐν τοῖς ὠσί τίνος, while present and hearing, συνέχειν (which see 2a.) τά ὦτα, to stop their ears, ἠκούσθη τί εἰς τά ὦτα τίνος, something was heard by, came to the knowledge of (A. V. came to the ears of) one, ἐισέρχεσθαι, γίνεσθαι, to come unto the ears of one, ἀκούειν εἰς τό οὖς, to hear (A. V. in the ear i. e.) in familiar converse, privately, εἰς οὖς often so in classical Greek; cf. Passow (Liddell and Scott), under the word, 1); also πρός τό οὖς λαλεῖν, the faculty of perceiving with the mind, the faculty of understanding and knowing: ὁ ἔχων (or εἰ τίς ἔχει) ὦτα (or οὖς, in Rev.) (sometimes (especially in Mark and Luke) with ἀκούειν added; cf. Buttmann, § 140,3) ἀκουέτω, whoever has the faculty of attending and understanding, let him use it, T WH omit; Tr brackets the verse); τοῖς ὠσί βαρέως ἀκούειν, to be slow to understand or obey (A. V. their ears are dull of hearing), ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε, ὦτα τοῦ μή ἀκούειν, (ears that they should not hear; cf. Buttmann, 267 (230)), θέσθε τούς λόγους τούτους εἰς τά ὦτα (A. V. let these words sink into your ears i. e.) take them into your memory and hold them there, ἀπερίτμητος τοῖς ὦσιν (see ἀπερίτμητος), Acts 7:51.

Greek Monotonic

οὖς: τό, γεν. ὠτός, δοτ. ὠτί· ονομ. και αιτ. πληθ. ὦτα, γεν. ὤτων, δοτ. ὠσί· Επικ. γεν. οὔατος, ονομ. και αιτ. πληθ. οὔατα, δοτ. οὔασι· Λατ. auris
I. αυτί, σε Όμηρ.· ὀρθὰ ἱστάναι τὰ ὦτα, λέγεται για άλογα, σε Ηρόδ.· βοᾷ ἐν ὠσὶ κέλαδος, ηχεί, κουδουνίζει μέσα στο αυτί, σε Αισχύλ.· φθόγγος βάλλει δι'ὤτων, σε Σοφ.· δι' ὤτων ἦν λόγος, ακούω σε γενικές γραμμές, σε Ευρ.· εἰς οὖς, στο αυτί, μυστικά, στον ίδ.· ομοίως, εἰς ὦτα φέρειν, σε Σοφ.· μεταφ., λέγεται για κατασκόπους, σε Ξεν.· τὰ ὦτα ἐπὶ τῶν ὤμων ἔχοντες, λέγεται για πρόσωπα που απομακρύνονται ντροπιασμένα (κρεμώντας τα αυτιά τους ως σκυλιά), σε Πλάτ.· λέγεται για αθλητές που έχουν τα αυτιά τους μελανιασμένα και πρησμένα, από τις γροθιές, τεθλαγμένος οὔατα πυγμαῖς, σε Θεόκρ.
II. χερούλι σε σχήμα αυτιού, λέγεται για κανάτια, κύπελα κ.λπ.· οὔατα δ' αὐτοῦ τέσσαρ' ἔσαν, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

οὖς: ὠτός, эп.-ион. οὖας, οὔατος, дор. ὦς τό (gen. dual. ὤτοιν; pl.: ὦτα, gen. ὤτων, dat. ὠσί - эп. οὔασι)
1) ухо Hom.: ὀρθὰ ἱστάναι τὰ ὦτα Her. насторожить уши; φθόγγος βάλλει δι᾽ ὤτων Soph. слух доходит до ушей; δι᾽ ὠτὸς ἐννέπειν πρός τινα Soph. сказать кому-л. на ухо; ὦτα ἔχειν Plut. (внимательно) слушать; εἰς τὸ οὖς ἀκούειν NT лично слышать; ὦτα βασιλέως Xen., Plut. царевы уши, т. е. подслушиватели, шпионы;
2) ушко, ручка (οὔατα, sc. τῶν τριπόδων Hom.; τὰ ὦτα τοῦ ἀμφορέως Plut.);
3) οὖς Ἀφροδίτης Arst. Венерино ушко (Sigaretus haliotoides, моллюск из класса брюхоногих).

Frisk Etymological English

Grammatical information: n.
Meaning: ear; metaph. handle(Il.; IA).
Other forms: ὦς (Theoc., hell.). Gen. ὠτός, nom. acc. pl. ὦτα etc. (IA.), οὔατος, -ατα etc., with n. a. sg. οὖας (Simon.); besides ἆτα (cod. ἄτα) ὦτα. Ταραντῖνοι H.; prob. also sg. αὖς (Paul. Fest. 100, 4; Wackernagel IF 45, 312ff. = Kl. Schr. 2, 1252ff.); further details on the inflexion in Schwyzer 520.
Dialectal forms: Myc. anowoto; also anowe like ἀμφ-ώης with two ears or handles (Theoc.; ἄμφ-ωτος Od.).
Compounds: Compp., e.g. ὠτ-ακουστέω to eavesdrop, to listen, to attend (Hdt., X., D., Plb.), compound of ὠτὶ ἀκουστόν (opposite ἀν-ηκουστέω : οὑκ ἀκουστόν; cf. ἀμνηστέω and Schwyzer 726; not correct Fraenkel Nom. ag. 2, 68), with ὠτακουστής m. eavesdropper, listener (Arist.); ἀν-ούατος without ears, without handles (Theoc.), ἄ-ωτος id. (Philet., Plu.); μυόσ-ωτ-ον (μύ-ωτον) n., -ίς f. "mouse-ear" (the plant) madwort, Asperugo, from μυὸς ὦτα id. (Dsc.; Strömberg Pfl.namen 42). On λαγώς s. v.
Derivatives: ὠτ-ίον n. handle, ear (Theopomp. Com., LXX, NT), -άριον n. id. (com. IVa); οὑατ-όεις with ears, handles (Simon., Call.; also in Hom. a. Hes. for ὠτώεις to be reconstructed; Wackernagel Unt. 168f.), ὠτ-ικός belonging to the ear (Gal., Dsc.). Also ὠτ-ίς, -ίδος f. bustard (X., Arist.; after the cheek-plumes or the tuft?; Thompson Birds s.v.); besides ὦτ-ος m. eared owl (Arist.; after the ear-plumes). -- On ἐνῴδιον, ἐνώτιον s. v.
Origin: IE [Indo-European] [785] *h₂(e\/o)us- ear.
Etymology: The pair οὖς, ὦς (cf. βοῦς, βῶς) can be derived from IE *ōus; Lat. aur-is, aus-cultō a.o. contain an e-grade (*h₂eus-), which may also be found in ἆτα from *αὔσ-ατα; s. also on ἀάνθα. To be noted old Att. ΟΣ, which seems to point to a contraction; one wanted to construct (since J. Schmidt Pluralbild. 407) a basis *ous-os, for which a support was seen in OCS ucho n. ear, gen. ušes-e ; but it is also possible to read ὦς (after ὠτός etc.). The other forms can without problem be derived from IE *ōus-n-tos etc. with diff. phonetic developments, s. the extensive treatment in Schwyzer 520 a. 348, WP. 1,18 w. rich lit. The in οὔ-α-τος incorporated n-enlargement is also found in Arm. un-kn (with -kn after akn eye; so not comparable with ὠκίδες ἐνώτια H.) and in Germ., e.g. Goth. auso, ausin-s. -- From the further forms are especially notable the old duals Av. uš-i (IE *h₂us-ī, with zero grade); OCS uš-ī (IE *h₂us-ī ). Further details from diff. languages w. rich lit. in WP. (s. ab.), Pok. 785, W.-Hofmann and Ernout-Meillet s. auris, Vasmer s. úcho; older lit. also in Bq. -- (See also παρειαί, παρήϊον; not here ἀκούω, ἀκροάομαι.)

Middle Liddell


I. auris, the ear, Hom.; ὀρθὰ ἱστάναι τὰ ὦτα, of horses, Hdt.; βοᾷ ἐν ὠσὶ κέλαδος rings in the ear, Aesch.; φθόγγος βάλλει δι' ὤτων Soph.; δι' ὤτων ἦν λόγος, i. e. heard generally, Eur.; εἰς οὖς into the ear, secretly, Eur.; so, εἰς ὦτα φέρειν Soph.:—metaph. of spies, Xen.; —τὰ ὦτα ἐπὶ τῶν ὤμων ἔχοντες, of persons who slink away ashamed (hanging their ears like dogs), Plat.:—athletes are described as having their ears bruised and swollen, τεθλαγμένος οὔατα πυγμαῖς Theocr.
II. the ear or handle, of pitchers, cups, etc., οὔατα δ' αὐτοῦ τέσσαρ' ἔσαν Il.

Frisk Etymology German

οὖς: (ion. att. seit Il.),
{oũs}
Forms: ὦς (Theok., hell.). Gen. ὠτός, Nom. Akk. pl. ὦτα usw. (ion. att.), οὔατος, -ατα usw. (ep. poet.), wozu N. A. sg. οὖας (Simon.); daneben ἆτα (cod. ἄτα)· ὦτα. Ταραντῖνοι H., wohl auch sg. αὖς (Paul. Fest. 100, 4; Wackernagel IF 45, 312ff. = Kl. Schr. 2, 1252ff.); weitere flexivische Einzelheiten bei Schwyzer 520.
Grammar: n.
Meaning: Ohr, übertr. Henkel,
Composita : Kompp., z.B. ὠτακουστέω horchen, lauschen, aufpassen (Hdt., X., D., Plb.), Zusammenbildung von ὠτὶ ἀκουστόν (Gegensatz ἀνηκουστέω : οὐκ ἀκουστόν; vgl. ἀμνηστέω und Schwyzer 726; nicht richtig Fraenkel Nom. ag. 2, 68), wozu ὠτακουστής m. Horcher, Lauscher (Arist. u.a.); ἀνούατος ohne Ohren, ohne Henkel (Theok.), ἄωτος ib. (Philet., Plu.), myk. a-no-wo-to; auch a-no-we wie ἀμφώης ‘zweiöhrig, -henkelig’ (Theok.; ἄμφωτος Od.)?; μυόσωτον (μύωτον) n., -ίς f. Mauseohr, Asperugo, aus μυὸς ὦτα ib. (Dsk.; Strömberg Pfl.namen 42). Zu λαγώς s. bes.
Derivative: Davon ὠτίον n. Henkel, Ohr (Theopomp. Kom., LXX, NT usw.), -άριον n. ib. (Kom. IVa usw.); οὐατόεις mit Ohren, Henkeln (Simon., Kall. u.a.; auch bei Hom. u. Hes. für ὠτώεις wiederherzustellen; Wackernagel Unt. 168f.), ὠτικός zum Ohr gehörig (Gal., Dsk.). Auch ὠτίς, -ίδος f. Trappe (X., Arist. u.a.; nach den Backenbüscheln od. dem Schopf?; Thompson Birds s.v.); daneben ὦτος m. Horneule (Arist. u.a.; nach den Ohrenbüscheln). — Zu ἐνῴδιον, ἐνώτιον s. bes.
Etymology : Das Formenpaar οὖς, ὦς (wie βοῦς, βῶς) läßt sich auf idg. *ōus zurückführen; dazu Schwachstufe in lat. aur-is, aus-cultō u.a., weshalb ἆτα für *αὔσατα stehen kann; s. auch ἀάνθα. Zu bemerken altatt. ΟΣ, das zunächst auf eine Kontraktion hinzudeuten scheint; man hat darum (seit J. Schmidt Pluralbild. 407) eine Grundform *ous-os postulieren wollen, wofür ein Anhalt in aksl. ucho n. Ohr, Gen. ušes-e, gesucht wird; eine Lesung ὦς (nach ὠτός usw.) ist ebensogut möglich. Die übrigen Formen lassen sich ohne Zweifel aus idg. *ōus-n-tos usw. mit verschiedenartiger Lautentwicklung erklären, s. die ausführliche Erörterung bei Schwyzer 520 u. 348, WP. 1,18 m. reicher Lit. Die in οὔα-τος eingebaute n-Erweiterung ist auch in arm. un-kn (mit -kn nach akn Auge; somit nicht mit ὠκίδες· ἐνώτια H. vergleichbar) und in germ., z.B. got. auso, ausin-s zu belegen. — Aus dem übrigen Formenbestand sind insbesondere zu bemerken die alten Duale aw. -i (idg. *us-ī, mit Schwundstufe); aksl. -ī (idg. *aus-ī od. *əus-ī wie lat. aur-i-s, lit. aus-ì-s). Weitere Einzelheiten aus verschiedenen Sprachen m. reicher Lit. bei WP. (s. ob.), Pok. 785, W.-Hofmann und Ernout-Meillet s. auris, Vasmer s. úcho; ältere Lit. auch bei Bq. — Vgl. ἀκούω, ἀκροάομαι, auch παρειαί, παρήϊον.
Page 2,448-449

Chinese

原文音譯:oâj 烏士
詞類次數:名詞(37)
原文字根:耳 相當於: (אֹזֶן‎)
字義溯源:耳*,耳朵
同源字:1) (ἐνωτίζομαι)側耳傾聽 2) (οὖς)耳 3) (ὠτάριον / ὠτίον)耳朵 4) (ὠφέλεια)耳
出現次數:總共(37);太(7);可(5);路(7);徒(5);羅(1);林前(2);雅(1);彼前(1);啓(8)
譯字彙編
1) 耳(25) 太10:27; 太11:15; 太13:9; 太13:43; 可4:9; 可4:23; 可7:16; 路1:44; 路4:21; 路8:8; 路9:44; 路12:3; 路14:35; 路22:50; 徒11:22; 林前12:16; 雅5:4; 啓2:7; 啓2:11; 啓2:17; 啓2:29; 啓3:6; 啓3:13; 啓3:22; 啓13:9;
2) 耳朵(12) 太13:15; 太13:15; 太13:16; 可7:33; 可8:18; 徒7:51; 徒7:57; 徒28:27; 徒28:27; 羅11:8; 林前2:9; 彼前3:12