ὁρμητίας
From LSJ
καὶ λέγων ὅτι Πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ· μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ → declaring “The time has been accomplished and the kingdom of God is near: start repenting and believing in the gospel!” (Μark 1:15)
English (LSJ)
-ου, ὁ, = ὁρμητικός (impetuous, impulsive, eager), Eust. 1819.24.
German (Pape)
[Seite 381] ὁ, = ὁρμητικός, Sp.; auch ὁρμητιαῖος soll vorkommen.
Greek (Liddell-Scott)
ὁρμητίας: -ου, ὁ, = τῷ ἑπομ., Εὐστ. 1819. 24, Ἰω. Χρυσ. τ. 8, σ. 58, 43.
Greek Monolingual
ὁρμητίας, ὁ (ΑΜ)
1. ο πλήρης ορμής, ο ορμητικός
2. ο ενθουσιώδης, ο φανατικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁρμητής + επίθημα -ίας (πρβλ. τραυματίας)].