παραπλήρωμα: Difference between revisions
Πολλοὺς τρέφειν εἴωθε τἀδικήματα → Multos consuevit alere iniuria et nefas → Gar viele sind's, die Unrechttun zu nähren pflegt
(6_21) |
(31) |
||
Line 15: | Line 15: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''παραπλήρωμα''': τό, [[πλεόνασμα]], ὀνομάτων παραπλ., λέξεις καὶ φράσεις πλεονάζουσαι, τὸ τοῦ Κικέρωνος complementa numerorum, Διον. Ἁλ. π. Δημ. 39, πρβλ. περὶ Ἰσοκρ. 3· «[[παραπλήρωμα]] δέ ἐστι [[λέξις]] ἐκ περισσοῦ κειμένη κόσμου [[χάριν]] ἢ μέτρου» Ἀνωνύμου περὶ Τρόπων ἐν Ρήτορσι (Walz) τ. 8, σ. 721, 5. 2) [[συμπλήρωμα]], [[συμπλήρωσις]], τούτων [τῶν νόμων] Κλήμ. Ἀλ. 85. | |lstext='''παραπλήρωμα''': τό, [[πλεόνασμα]], ὀνομάτων παραπλ., λέξεις καὶ φράσεις πλεονάζουσαι, τὸ τοῦ Κικέρωνος complementa numerorum, Διον. Ἁλ. π. Δημ. 39, πρβλ. περὶ Ἰσοκρ. 3· «[[παραπλήρωμα]] δέ ἐστι [[λέξις]] ἐκ περισσοῦ κειμένη κόσμου [[χάριν]] ἢ μέτρου» Ἀνωνύμου περὶ Τρόπων ἐν Ρήτορσι (Walz) τ. 8, σ. 721, 5. 2) [[συμπλήρωμα]], [[συμπλήρωσις]], τούτων [τῶν νόμων] Κλήμ. Ἀλ. 85. | ||
}} | |||
{{grml | |||
|mltxt=το, ΝΑ [[παραπληρώ]]<br />συμπληρωματική [[προσθήκη]], [[συμπλήρωμα]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[γωνία]] η οποία όταν προστεθεί σε [[άλλη]] αποτελεί [[μαζί]] της [[άθροισμα]] δύο ορθών γωνιών<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[πλεόνασμα]], [[παραγέμισμα]] («ὀνομάτων [[παραπλήρωμα]]» — λέξεις ή φράσεις οι οποίες υπάρχουν πλεοναστικά ως καλολογικά στοιχεία ή [[χάριν]] του μέτρου, Διον. Αλ.)<br /><b>2.</b> [[χορτασμός]]. | |||
}} | }} |
Revision as of 12:05, 29 September 2017
English (LSJ)
ατος, τό,
A expletive, ὀνομάτων π. words and phrases of such kind, D.H. Dem.39, cf. 19 ; λέξεων Id.Isoc.3. II Geom., complement of a parallelogram, Euc. 1.43, etc. III = sagina, Gloss.
German (Pape)
[Seite 494] τό, etwas zur beiläufigen Ausfüllung Dienendes, was also nicht wesentlich ist, Nebensache, Lückenbüßer, D. Hal. de adm. vi Dem. 19 u. öfter, wie andere Gramm. u. Scholl., bes. von einzelnen Wörtern u. Wendungen, welche man zur besseren Ausfüllung u. Abrundung des Satzes braucht.
Greek (Liddell-Scott)
παραπλήρωμα: τό, πλεόνασμα, ὀνομάτων παραπλ., λέξεις καὶ φράσεις πλεονάζουσαι, τὸ τοῦ Κικέρωνος complementa numerorum, Διον. Ἁλ. π. Δημ. 39, πρβλ. περὶ Ἰσοκρ. 3· «παραπλήρωμα δέ ἐστι λέξις ἐκ περισσοῦ κειμένη κόσμου χάριν ἢ μέτρου» Ἀνωνύμου περὶ Τρόπων ἐν Ρήτορσι (Walz) τ. 8, σ. 721, 5. 2) συμπλήρωμα, συμπλήρωσις, τούτων [τῶν νόμων] Κλήμ. Ἀλ. 85.
Greek Monolingual
το, ΝΑ παραπληρώ
συμπληρωματική προσθήκη, συμπλήρωμα
νεοελλ.
γωνία η οποία όταν προστεθεί σε άλλη αποτελεί μαζί της άθροισμα δύο ορθών γωνιών
αρχ.
1. πλεόνασμα, παραγέμισμα («ὀνομάτων παραπλήρωμα» — λέξεις ή φράσεις οι οποίες υπάρχουν πλεοναστικά ως καλολογικά στοιχεία ή χάριν του μέτρου, Διον. Αλ.)
2. χορτασμός.