εὐκαμπής: Difference between revisions
Ἐξ ἡδονῆς γὰρ φύεται τὸ δυστυχεῖν → Nempe est voluptas mater infortunii → Denn aus der Lust erwächst des Unheils Missgeschick
(15) |
(4) |
||
Line 24: | Line 24: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=[[εὐκαμπής]], -ές (ΑΜ)<br />ο κεκαμμένος καλά, ο κατασκευασμένος με [[τέχνη]] («εὐκαμπὲς [[δρέπανον]]», <b>Ομ. Οδ.</b>)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[εύκαμπτος]], [[ευλύγιστος]] («εὐκαμπὴς [[φλοιός]]», Θεόφρ.)<br /><b>2.</b> (για [[πύον]]) [[ολισθηρός]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ευ</i> <span style="color: red;">+</span> -<i>καμπής</i> (<span style="color: red;"><</span> [[κάμπτω]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>βαθυ</i>-<i>καμπής</i>, <i>οξυ</i>-<i>καμπής</i>]. | |mltxt=[[εὐκαμπής]], -ές (ΑΜ)<br />ο κεκαμμένος καλά, ο κατασκευασμένος με [[τέχνη]] («εὐκαμπὲς [[δρέπανον]]», <b>Ομ. Οδ.</b>)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[εύκαμπτος]], [[ευλύγιστος]] («εὐκαμπὴς [[φλοιός]]», Θεόφρ.)<br /><b>2.</b> (για [[πύον]]) [[ολισθηρός]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ευ</i> <span style="color: red;">+</span> -<i>καμπής</i> (<span style="color: red;"><</span> [[κάμπτω]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>βαθυ</i>-<i>καμπής</i>, <i>οξυ</i>-<i>καμπής</i>]. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''εὐκαμπής:''' -ές ([[κάμπτω]]),<br /><b class="num">I.</b> καλολυγισμένος, [[καμπυλωτός]], σε Ομήρ. Οδ., Μόσχ. κ.λπ.<br /><b class="num">II.</b> [[ευλύγιστος]], [[εύκαμπτος]], σε Πλούτ. | |||
}} | }} |
Revision as of 23:04, 30 December 2018
English (LSJ)
ές, (κάμπτω)
A well-bent or curved, δρέπανον Od.18.368; κληῗδ' εὐκαμπέα 21.6; χαλάσασ' εὐκαμπέα τόξα h.Hom.27.12; ἄροτρον, ἅρπη, Max. 458, A.R.3.1388; εὐκαμπὴς τὰ κέρατα Luc.DMar.15.2; τὸ εὐ. τῶν μελῶν Id.Im.14. II flexible, φλοιός Thphr.HP3.10.4; κλάδοι Str. 15.1.20; κατασκευάζειν τὸ κέρας εὐ. Plu.Sull.17; of timber, Orib.9.19.2 (Comp.); πῦον slippery, Aret.SD1.10. (εὐκαμπὲς ἄγκιστρον AP6.4 (Leon.) is corrupt: εὐκᾰπές (κάπτω) easily swallowed, Salm.)
German (Pape)
[Seite 1073] ές, wohl, schön gebogen. δρέπανον Od. 18, 368, κληΐς 21, 6, τόξον H. h. 27, 12; sp. D., wie Theocr. 13, 56; Ap. Rh. 3, 1388; – ταῦρος τὰ κέρατα εὐκαμπής, mit schön gebogenen Hörnern, Luc.. D. Marin. 15, 2; τὸ εὐκ. τῶν μελῶν, im. 14; – κατασκευάζοντες τὸ κέρας εὐκαμπές, vom Heere, so daß es sich leicht wenden konnte, Plut. Sull. 17, vgl. Luc. enc. musc. 2. – [Bei Leon. Tar. 25 (VI, 4) ist εὐκαμπές als Daktylus gebraucht, wo Salmas. εὐκαπές vermuthet.]
Greek (Liddell-Scott)
εὐκαμπής: -ές, (κάμπτω) καλῶς κεκαμμένος, καμπύλος, δρέπανον Ὀδ. Σ. 368· κληῗδ’ εὐκαμπέα Φ. 6· χαλάσασ’ εὐκαμπέα τόξα Ὁμ. Ὕμν. 27. 12· ἄροτρον, ἅρπη, κτλ., Μόσχ., κλ.· - εὐκαμπὴς τὰ κέρατα Λουκ. Ἐνάλ. Διάλ. 15. 2· τὸ εὐκαμπὲς τῶν μελῶν ὁ αὐτ. Εἰκ. 14. ΙΙ. ὁ εὐκόλως καμπτόμενος, εὔκαμπτος, κατασκευάζειν τι εὐκαμπὲς Πλουτ. Σύλλ. 17. Ἡ παραλήγ. εἶναι βραχεῖα ἐν τῷ εὐκαμπὲς ἄγκιστρον Ἀνθ. Π. 6. 4, ἔνθα ὁ Σαλμάσιος προὔτεινε τὴν ἀνάγνωσιν εὐκαπές, εὐκόλως καταπινόμενος, ἐκ τοῦ κάπτω).
French (Bailly abrégé)
ής, ές :
c. εὐκαμπτής.
English (Autenrieth)
ές (κάμπτω): well-bent, curved, sickle, key, Od. 21.6. (Od.)
Greek Monolingual
εὐκαμπής, -ές (ΑΜ)
ο κεκαμμένος καλά, ο κατασκευασμένος με τέχνη («εὐκαμπὲς δρέπανον», Ομ. Οδ.)
αρχ.
1. εύκαμπτος, ευλύγιστος («εὐκαμπὴς φλοιός», Θεόφρ.)
2. (για πύον) ολισθηρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -καμπής (< κάμπτω), πρβλ. βαθυ-καμπής, οξυ-καμπής].
Greek Monotonic
εὐκαμπής: -ές (κάμπτω),
I. καλολυγισμένος, καμπυλωτός, σε Ομήρ. Οδ., Μόσχ. κ.λπ.
II. ευλύγιστος, εύκαμπτος, σε Πλούτ.