Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταῦρος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: ταῦρος Medium diacritics: ταῦρος Low diacritics: ταύρος Capitals: ΤΑΥΡΟΣ
Transliteration A: taûros Transliteration B: tauros Transliteration C: tayros Beta Code: tau=ros

English (LSJ)

ὁ,

   A bull, Il.2.481, etc.; as a sacrifice to Poseidon, 11.728, Od.13.181; also ταῦρος βοῦς Il.17.389; ἄπεχε τῆς βοὸς τὸν ταῦρον, oracularly of Agamemnon and his wife, A.Ag.1126 (lyr.).    2 priest of Poseidon Taureios, Ath.10.425c.    3 a kind of Lycian boat with bull as figurehead, postulated to explain Europa's bull, Poll. 1.83.    II the bull as a sign of the Zodiac, Eudox. ap. Hipparch. 1.2.10, Arat.167, al., IG14.1307, Supp.Epigr.7.363.8 (Dura-Europus, ii A.D.), etc.    III = κοχώνη, Poll.2.173, Gal.14.706: also the pudenda muliebria, Phot.: the male αἰδοῖον, Suid. (Cf. Lat. taurus, Lith. tauras, Slav. turǔ, etc.)

German (Pape)

[Seite 1074] ὁ, 1) der Stier, Hom. u. Folgde; ταῦρος βοῦς, Il. 17, 389. – Uebertr., der Priester des Poseidon Taureios, VLL.; vgl. Ath. X, 425 c. – 2) der Stier als Zeichen des Thierkreises, Arat. – 3) der Raum zwischen dem Hodensack u. dem After, sonst κοχώνη; – auch das männliche Glied, s. Brunck zu Ar. Eccl. 911.

Greek (Liddell-Scott)

ταῦρος: ὁ, ὡς καὶ νῦν, ὁ ἄρρην βοῦς, κοινῶς ταυρί, (Τουρκ. «μπουγᾶς»), παρ’ Ὁμ., μάλιστα ὁ προσφερόμενος πρὸς θυσίαν τῷ Ποσειδῶνι: ὡσαύτως ταῦρος βοῦς, ὡς καὶ τὸ σῦς κάπρος, κίρκος ἵρηξ, Ἰλ. Ρ. 389· ― ἄπεχε τῆς βοὸς τὸν ταῦρον, προμάντευμα τῆς Κασσάνδρας περὶ τοῦ Ἀγαμέμνονος καὶ τῆς γυναικὸς αυτοῦ, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1126· περιπλανώμενος δολοφόνος παραβάλλεται πρὸς ταῦρον ἐκβληθέντα τῆς ἀγέλης ὑπὸ ἀντιπάλου, Σοφ. Ο. Τ. 478, πρβλ. Οὐεργ. Γεωργ. 3. 224 κἑξ. 2) ὁ ἱερεὺς τοῦ Ταυρείου Ποσειδῶνος, Ἀθήν. 425C. II. Ὁ Ταῦρος ὡς σημεῖον τοῦ Ζῳδιακοῦ κύκλου, Συλλ. Ἐπιγρ. 6179, Ἄρατ., κλπ. ΙΙΙ. = κοχώνη, Πολυδ. Β΄, 173, Γαλην.· ὡσαύτως τὸ γυναικεῖον αἰδοῖον, Φώτ.· ― πρβλ. λάσταυρος· Κένταυρος ΙΙΙ, (Πρβλ. Λατ. taurus, (Ὀμβρ. turŭ), Λιθ. tauras, Σλαυ. turŭ, Οὐαλλ. tarw, Κελτ. tarbh, ― ἅπαντες δὲ οὗτοι οἱ τύποι φαίνονται ἀπολέσαντες ἀρκτικόν τι s ὅπερ ὑπάρχει ἐν τῷ Βεδικῷ sthûras (ἐν τῇ τῶν Βεδῶν Σανσκρ. ὡς ἐπίθ. = robustus), Ζενδ. śtaora, Γοτθ. stiur (ste?r).)

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
taureau, animal ; fig. ou p. anal. homme.
Étymologie: cf. lat. taurus.

English (Autenrieth)

bull, with and without βοῦς.

English (Slater)

ταῡρος
   1 bull “καὶ Δαμαίῳ μιν θύων ταῦρον ἀργάεντα πατρὶ δεῖξον” (O. 13.69) τὸν δὲ ταύρῳ χαλκέῳ καυτῆρα Φάλαριν (P. 1.95) φοίνισσα δὲ Θρηικίων ἀγέλα ταύρων ὑπᾶρχεν (sc. for sacrifice to Poseidon) (P. 4.205) ]α ταύρων ει[ (Pae. 7.14)

Spanish

toro, Tauro

English (Strong)

apparently a primary word (compare תּוֹרִין, "steer"); a bullock: bull, ox.

English (Thayer)

ταύρου, ὁ (from the root meaning 'thick', 'stout'; allied with σταυρός, which see; cf. Vanicek, p. 1127; Fick Part i., p. 246. Cf. English steer), from Homer down, the Sept. for שׁור, a bull (ox): Hebrews 10:4.

Greek Monolingual

ο / ταῡρος, ΝΜΑ
1. αρσενικό, γεννητικά ώριμο, και μη ευνουχισμένο βόδι
2. ως κύριο όν. ο Ταύρος
α) αστρον. ο δεύτερος κατά σειράν αστερισμός του ζωδιακού κύκλου ο οποίος εκτείνεται μεταξύ τών αστερισμών του Περσέως, του Κριού, του Κήτους, του Ηριδανού, του Ωρίωνος, τών Διδύμων και του Ηνιόχου και ο οποίος έχει σχήμα ταύρου
β) αστρολ. το δεύτερο σημείο της ζωδιακής ζώνης, που καλύπτει τη χρονική διάρκεια από 20 Απριλίου ώς 20 Μαΐου
νεοελλ.
1. μτφ. δυνατός ή υγιής άνθρωπος, εύρωστος και ρωμαλέοςείναι δυνατός σαν ταύρος»)
2. φρ. α) «όρμησε [ή χύμηξε] σαν ταύρος» — όρμησε ή [χύμηξε] με εξαιρετικό μένος
β) «κάνει [ή συμπεριφέρεται] σαν ταύρος σε υαλοπωλείο» — λέγεται για άτομα παρορμητικά και επιθετικά που συμπεριφέρονται βάρβαρα χωρίς να ελέγχουν τις πράξεις τους
αρχ.
1. ιερέας του Ταυρείου Ποσειδώνος
2. το μεταξύ τών όρχεων και του πρωκτού τμήμα του σώματος, η κοχώνη
3. (κατά τον Φώτ.) το αιδοίο
4. (κατά το λεξ. Σούδα) το πέος
5. (στη Λυκία) είδος πλοίου με κεφάλι ταύρου ως διακόσμηση
6. μτφ. (για τον Οιδίποδα) άνθρωπος μαινόμενος που συμπεριφέρεται σαν ταύρος τσιμπημένος από οίστρο ο οποίος τρέπεται σε φυγή αναζητώντας καταφύγιο στα δάση («φοιτᾷ γὰρ ὑπ' ἀγρίαν ὕλαν ἀνὰ τ' ἄντρα καὶ πέτρας, ὡς ταῡρο», Σοφ.)
7. στον πληθ. ταῡροι
(κατά τον Ησύχ.) «οἱ παρὰ Ἐφεσίοις οἰνοχόοι»
8. παροιμ. φρ. «ἄπεχε τῆς βοὸς τὸν ταῡρον» — η προφητεία της Κασσάνδρας σχετικά με τον Αγαμέμνονα και τη σύζυγό του Κλυταιμνήστρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ταῦρος αντιστοιχεί ακριβώς με τα λατ. taurus, οσκ. ταυρομ, λιθουαν. taūras, αρχ. σλαβ. turŭ και ρωσ. tur. Αβέβαιη παραμένει η σύνδεση τών προηγούμενων ινδοευρωπαϊκών τ. με τους τ. της Σημιτικής: ακκαδ. šūru, αραμ. tōr, εβρ. šōr. Αμφίβολη επίσης θεωρείται η σύνδεση της λ. με τον τ. ταΰς
ΠΑΡ. ταύρειος, ταυρικός
αρχ.
ταυρηδόν, ταυρίδιον, ταυρίνδα, ταυροῦμαι, ταυρώ, ταυρῶ, ταυρώδης, ταυρών
αρχ.-μσν.
ταυριανός, ταυρωπός
νεοελλ.
ταυρήσιος, ταυρί.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ταυροειδής, ταυρομαχία, ταυρόμορφος
αρχ.
ταυραφέτης, ταυρέλαφος, ταυρηλάτης, ταυροβόας, ταυροβόλος, ταυροδέτης, ταυρόδετος, ταυροθηρία, ταυρόθυτος, ταυροκαθάπτης, ταυρόκερως, ταυροκέφαλος, ταυροκτόνος, ταυρομέτωπος, ταυροπάτωρ, ταυροπόλος, ταυρόπους, ταυρόπρῳρος, ταυροσφάγος, ταυροφάγος, ταυροφανής, ταυρόφθαλμος, ταυρόφθογγος, ταυροφόνος, ταυροφόρος
αρχ.-μσν.
ταυροβόρος, ταυροκάρηνος, ταυρόκολλα, ταυροπρόσωπος, ταυροφυής
μσν.
ταυρόδερμος, ταυρολέτωρ, ταυρόνους
νεοελλ.
ταυροθήρας, ταυρομάχος, ταυρόσκυλος. (Β' συνθετικό) αρχ. θεόταυρος, ιππόταυρος, ισόταυρος, μοσχόταυρος].

Greek Monotonic

ταῦρος: ὁ, αρσενικό βόδι, σε Όμηρ. κ.λπ.· επίσης, ταῦρος βοῦς, όπως σῦς κάπρος, κίρκος ἴρηξ, σε Ομήρ. Ιλ.· ἄπεχε τῆς βοὸς τὸν ταῦρον, προμάντευμα της Κασσάνδρας για τον Αγαμέμνονα και την γυναίκα του, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ταῦρος: ὁ (тж. τ. βοῦς Aesch., Soph.) бык Hom. etc.

Middle Liddell

ταῦρος, ὁ,
a bull, Hom., etc.: also ταῦρος βοῦς, like σῦς κάπρος, κίρκος ἵρηξ, Il.:— ἄπεχε τῆς βοὸς τὸν ταῦρον, oracularly of Agamemnon and his wife, Aesch.

Frisk Etymology German

ταῦρος: {taũros}
Grammar: m.
Meaning: Stier (seit Il.).
Composita : Sehr oft als Vorderglied, z.B. ταυροκτόνος stiertötend (S. in lyr.); auch als Hinterglied, z.B. θεόταυρος ‘Gott-Stier’, von Zeus (Mosch.).
Derivative: Davon 1. Demin. ταυρίδιον n. (Suid.). 2. -ειος vom Stier, vom Rind, auch Bein. des Poseidon (Il. [nur Fem., vgl. Schmid -εος und -ειος 26], Trag., Ar., Pap. u.a.), -εία, -έα f. ‘Stier-, Ochsenhaut, Peitsche davon’ (Artem.) mit -ίζω = τείνω (An. Ox.; vgl. Grégoire Byzantion 12, 293ff.). 3. -εος ib. (Hes. Sc. 140 [äol. für -ιος? Schmid a. O.], att. Inschr. IVa, Lyr. Adesp. Alex., Pap. u.a.). 4. -ικὸν ζεῦγος Ochsengespann (hell. Pap.), τὸ τ. ib. (sp. Pap.). 5. -ώδης stierähnlich (Nik.). 6. -ε(ι)ών, -ε(ι)ῶνος m. Monatsn. in Kleinasien (Inschr., Herod.), -ών m. ib. in Alexandria (Ptol.). 7. -ίνη f. aus lat. taurīna f. Schuh aus Stierleder (Edict. Diocl.). 8. -εασταί m. pl. Verehrer des Apollon Taureios in Ephesos (Inschr. Ia). 9. -ηδόν Adv. stierartig (Ar., Pl.). 10. -ίνδα· φαλλικὴ παιδιὰ παρὰ Ταραντίνοις H. 11. -όομαι, auch m. ἀπο-, sich wie ein Stier benehmen (A., E.); ταύρωσον· ταῦρον ποίησον H.; vgl. ταυρίνδα; ταῦρος auch = αἰδοῖον, κοχώνη (Poll., Gal., Phot., Suid.). 12. -(ι)άω den Stier wünschen, von Kühen (Arist.).
Etymology : Alte Benennung des Stiers, mit lat. taurus, osk. ταυρομ (Akk. sg.), umbr. turuf, toru (Akk. pl.), lit. taũras auch Büffel, Auerochs, apreuß. tauris Bison, slav., z.B. aksl. turъ, russ. tur Büffel, Auerochs identisch. Hierher noch mit Metathese kelt., z.B. gall. Taruos N. eines stiergestaltigen Gottes, ir. tarb Stier, kymr. tarw ib. (nach ir. ferb Kuh oder dem Wort für Hirsch in kymr. carw [Pok. 1083]?). Daneben, wohl nicht damit verwandt, mit anlaut. st- und altem eu- Diphthong germ., z.B. got. stiur, ahd. stior Stier; ohne s- awno. þiōrr; in der Bed. etwas abweichend aw. staora- m. Großvieh. Ähnliche Formen begegnen auch im Semit. : akkad. šūru, aram. tōr, hebr. šōr. Wenn die Ähnlichkeit nicht zufällig ist, muß Entlehnung stattgefunden haben, u. zw. entweder vom Idg. ins Semit. oder umgekehrt oder endlich aus einer gemeinsamen Quelle. Für die letzte Möglichkeit Deroy Par. del Pass. 17, 421 ff. mit weit ausgreifenden Kombinationen. Altere Diskussion m. reicher Lit. bei W.-Hofmann und Fraenkel s. vv. — Wenn idg., pflegt ταῦρος u. Verw. mit der Sippe von ταΰς verknüpft zu werden; s. d.
Page 2,860-861

Chinese

原文音譯:taàroj 滔羅士
詞類次數:名詞(4)
原文字根:公牛
字義溯源:小公牛^,公牛,牛;比較迦勒底文(תֹּור‎)=公牛)
出現次數:總共(4);太(1);徒(1);來(2)
譯字彙編
1) 公牛(2) 來9:13; 來10:4;
2) 牛(2) 太22:4; 徒14:13