Παλλήνη: Difference between revisions

From LSJ

Ὥσπερ αὐτοῦ τοῦ ἡλίου μὴ ὄντος καυστικοῦ, ἀλλ' οὔσης ζωτικῆς καὶ ζωοποιοῦ θέρμης ἐν αὐτῷ καὶ ἀπλήκτου, ὁ ἀὴρ παθητικῶς δέχεται τὸ ἀπ' αὐτοῦ ϕῶς καὶ καυστικῶς· οὕτως οὖν ἁρμονίας οὔσης ἐν αὐτοῖς τινὸς καὶ ἑτέρου εἴδους ϕωνῆς ἡμεῖς παθητικῶς ἀκούομεν → Just as although the Sun itself does not cause burning but has a heat in it that is life-giving, life-engendering, and mild, the air receives light from it by being affected and burned, so also although there is a certain harmony and a different kind of voice in them, we hear it by being affected.

Source
(Bailly1_4)
(5)
Line 15: Line 15:
{{bailly
{{bailly
|btext=ης (ἡ) :<br />Pallènè :<br /><b>1</b> <i>péninsule de Macédoine</i>;<br /><b>2</b> <i>dème attique de la tribu Antiochide</i>.<br />'''Étymologie:'''.
|btext=ης (ἡ) :<br />Pallènè :<br /><b>1</b> <i>péninsule de Macédoine</i>;<br /><b>2</b> <i>dème attique de la tribu Antiochide</i>.<br />'''Étymologie:'''.
}}
{{lsm
|lsmtext='''Παλλήνη:''' ἡ,<br /><b class="num">I.</b> [[χερσόνησος]] και πόλη της Χαλκιδικής, σε Ηρόδ. κ.λπ.<br /><b class="num">II.</b> [[δήμος]] της Αττικής· [[Παλληνεύς]], <i>ὁ</i>, [[κάτοικος]] της Παλλήνης· θηλ. [[Παλληνίς]], <i>-[[ίδος]]</i>, στον ίδ.
}}
}}

Revision as of 00:48, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: Παλλήνη Medium diacritics: Παλλήνη Low diacritics: Παλλήνη Capitals: ΠΑΛΛΗΝΗ
Transliteration A: Pallḗnē Transliteration B: Pallēnē Transliteration C: Pallini Beta Code: *pallh/nh

English (LSJ)

ἡ, a peninsula and town of Chalcidice, Hdt.7.123, Th.1.56, etc.; Maced. Βαλλήνη Eust. 1618.45 (whence the joke on Βαλλήναδε in Ar.Ach.234, v. Sch. ad loc.).    II an Attic deme; Παλληνεύς, ὁ, an inhabitant there of, Harp.; fem. Παλληνὶς Ἀθηναίη, Hdt.1.62, cf. IG12.310.189; Παλλήνᾰδε, to Pallene, v. supr. 1.

Greek (Liddell-Scott)

Παλλήνη: ἡ, χερσόνησος καὶ πόλις τῆς Χαλκιδικῆς, Ἡρόδ. 7. 123, Θουκ., κλ.· ὁ Μακεδον. τύπος ἦτο Βαλλήνη, Εὐστ. 1618. 45 (ὅθεν τὸ λογοπαίγνιον Βαλλήναδε ἐν Ἀριστοφ. Ἀχ. 234, ἴδε Σχόλ.). ΙΙ. δῆμός τις τῆς Ἀττικῆς· Παλληνεύς, ὁ, κάτοικος αὐτοῦ, Ἁρποκρ.· θηλ. Παλληνὶς Ἀθηνᾶ Ἡρόδ. 1. 62· Παλλήνᾰδε, εἰς τὴν Παλλήνην, ἴδε ἀνωτ. Ι.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
Pallènè :
1 péninsule de Macédoine;
2 dème attique de la tribu Antiochide.
Étymologie:.

Greek Monotonic

Παλλήνη: ἡ,
I. χερσόνησος και πόλη της Χαλκιδικής, σε Ηρόδ. κ.λπ.
II. δήμος της Αττικής· Παλληνεύς, , κάτοικος της Παλλήνης· θηλ. Παλληνίς, -ίδος, στον ίδ.