Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παλιλλογία: Difference between revisions

From LSJ

Ἔοικα γοῦν τούτου γε σμικρῷ τινι αὐτῷ τούτῳ σοφώτερος εἶναι, ὅτι ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι → I seem, then, in just this little thing to be wiser than this man at any rate, that what I do not know I do not think I know either

Plato, Apology 21d
(30)
(5)
Line 21: Line 21:
{{grml
{{grml
|mltxt=η (ΑΜ [[παλιλλογία]]) [[παλιλλογώ]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />η συχνή και ανιαρή [[επανάληψη]] τών ίδιων λόγων, [[αναμάσημα]], [[ταυτολογία]]<br /><b>μσν.-αρχ.</b><br />[[άρνηση]] τών λεχθέντων, [[αναίρεση]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[ανακεφαλαίωση]].
|mltxt=η (ΑΜ [[παλιλλογία]]) [[παλιλλογώ]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />η συχνή και ανιαρή [[επανάληψη]] τών ίδιων λόγων, [[αναμάσημα]], [[ταυτολογία]]<br /><b>μσν.-αρχ.</b><br />[[άρνηση]] τών λεχθέντων, [[αναίρεση]]<br /><b>αρχ.</b><br />[[ανακεφαλαίωση]].
}}
{{lsm
|lsmtext='''πᾰλιλλογία:''' ἡ,<br /><b class="num">I.</b> [[ανακεφαλαίωση]], σε Αριστ.<br /><b class="num">II.</b> [[ανάκληση]] των λεγομένων, [[παλινωδία]], σε Θεόκρ.
}}
}}

Revision as of 00:52, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πᾰλιλλογία Medium diacritics: παλιλλογία Low diacritics: παλιλλογία Capitals: ΠΑΛΙΛΛΟΓΙΑ
Transliteration A: palillogía Transliteration B: palillogia Transliteration C: palillogia Beta Code: palillogi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A recapitulation, Arist.Rh.Al.1433b29: pl., ib. 1428a8.    2 equivocation, Thphr.Char.1.7 (pl.).

German (Pape)

[Seite 448] ἡ, das Wiederholen des Gesagten, Rhett. – Auch das Widerrufen des Gesagten, der Widerspruch, Theophr. char. 2.

Greek (Liddell-Scott)

πᾰλιλλογία: ἡ, ἀνακεφαλαίωσις, Ἀριστ. Ρητ. π. Ἀλέξ. 21, 1· πληθ., αὐτόθι 7, 3. 2) ἄρνησις τῶν λεχθέντων, παλινῳδία, Θεοφρ. Χαρακτ. 2.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 récapitulation;
2 rétractation.
Étymologie: πάλιν, λέγω² et λέγω³.

Greek Monolingual

η (ΑΜ παλιλλογία) παλιλλογώ
νεοελλ.
η συχνή και ανιαρή επανάληψη τών ίδιων λόγων, αναμάσημα, ταυτολογία
μσν.-αρχ.
άρνηση τών λεχθέντων, αναίρεση
αρχ.
ανακεφαλαίωση.

Greek Monotonic

πᾰλιλλογία: ἡ,
I. ανακεφαλαίωση, σε Αριστ.
II. ανάκληση των λεγομένων, παλινωδία, σε Θεόκρ.