σπανιότης: Difference between revisions
From LSJ
mNo edit summary |
mNo edit summary |
||
Line 26: | Line 26: | ||
}} | }} | ||
{{elnl | {{elnl | ||
|elnltext=σπανιότης -ητος, ἡ [σπάνιος] schaarste, gebrek. | |elnltext=σπανιότης -ητος, ἡ [σπάνιος] [[schaarste]], [[gebrek]]. | ||
}} | }} | ||
{{mdlsj | {{mdlsj | ||
|mdlsjtxt=σπᾰνιότης, ητος, ἡ, = [[σπάνις]]<br />[[lack]] of a [[thing]], Isocr. | |mdlsjtxt=σπᾰνιότης, ητος, ἡ, = [[σπάνις]]<br />[[lack]] of a [[thing]], Isocr. | ||
}} | }} |
Revision as of 15:17, 13 September 2022
English (LSJ)
ητος, ἡ, = σπάνις (scarcity, dearth, lack, want, poverty, craving, rareness, lack of), lack, γῆς Isoc. 4.34, 132 ; pl., rarities, J. BJ 7.5.5.
German (Pape)
[Seite 916] ητος, ἡ, = Folgdm; τῆς γῆς, Isocr. 4, 34.
Greek (Liddell-Scott)
σπᾰνιότης: -ητος, ἡ, = τῷ ἑπομ., ἔλλειψις, ὀλιγότης, γῆς Ἰσοκρ. 47C, 68A.
French (Bailly abrégé)
ητος (ἡ) :
rareté, insuffisance.
Étymologie: σπάνιος.
Greek Monotonic
σπᾰνιότης: -ητος, τό, = το επόμ., έλλειψη ενός πράγματος, σε Ισοκρ.
Russian (Dvoretsky)
σπᾰνιότης: ητος ἡ недостаток, нехватка, скудость (τῆς γῆς Isocr.).
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
σπανιότης -ητος, ἡ [σπάνιος] schaarste, gebrek.