πρόστροπος: Difference between revisions
ἐν οἰκίᾳ τυφλῶν καὶ ὁ νυκτάλωψ ὀξυδερκής → even the day-blind is sharp-eyed in a blind house | among the blind, the one-eyed man is king
m (LSJ1 replacement) |
mNo edit summary |
||
Line 33: | Line 33: | ||
{{mdlsj | {{mdlsj | ||
|mdlsjtxt=[[πρόστροπος]], ον, [[προστρέπω]]<br />like [[προστρόπαιος]], a [[suppliant]], τινος Soph.; absol., Soph. | |mdlsjtxt=[[πρόστροπος]], ον, [[προστρέπω]]<br />like [[προστρόπαιος]], a [[suppliant]], τινος Soph.; absol., Soph. | ||
}} | |||
{{trml | |||
|trtx====[[accursed]]=== | |||
Bulgarian: проклет; Esperanto: malbenita; Finnish: kirottu, mokoma; French: [[fichu]], [[satanée]], [[détestable]]; Greek: [[καταραμένος]], [[επάρατος]]; Ancient Greek: [[ἁγής]], [[ἅγιος]], [[ἀλειτήριος]], [[ἀλιτήριος]], [[ἀνόσιος]], [[ἀραῖος]], [[ἐναγής]], [[ἐξάγιστος]], [[ἐπάρατος]], [[κατάρατος]], [[κατηραμένος]], [[πρόστροπος]]; Irish: mallachtach; Portuguese: [[maldito]]; Romanian: blestemat, afurisit | |||
}} | }} |
Revision as of 09:13, 9 November 2024
English (LSJ)
ὁ, =
A προστρόπαιος 1.1, suppliant, τινος S.Ph.773: abs., Id.OT41.
II accursed, Phot. s.v. προστρόπαιος.
German (Pape)
[Seite 784] zugewendet, bes. mit Flehen gewendet, τινός, an Einen, Soph. Phil. 762; vgl. ἱκετεύομέν σε πάντες οἵδε πρόστροποι, O. R. 41; einzeln in sp. Prosa, wie προστρόπαιος.
French (Bailly abrégé)
ος, ον :
suppliant : τινος SOPH qui supplie qqn.
Étymologie: προστρέπω.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
πρόστροπος -ον [~ προστρόπαιος] smekend; Soph. OT 41; subst. smekeling. Soph. Ph. 773.
Russian (Dvoretsky)
πρόστροπος: Soph. = προστρόπαιος I.
Greek Monolingual
ὁ, Α προστρέπω
1. ο προστρόπαιος
2. (κατά τον Φώτ.) «κατηραμένος».
Greek Monotonic
πρόστροπος: -ον (προστρέπω), όπως το προστρόπαιος, ικέτης, τινος, σε Σοφ.· απόλ., στον ίδ.
Greek (Liddell-Scott)
πρόστροπος: -ον, (προστρέπω) ὁ ἐστραμμένος πρός τινα ἢ πρός τι· ὅθεν ὡς τὸ προστρόπαιος, ἱκέτης, τινος Σοφ. Φιλ. 773· ἀπολ., ὁ αὐτ. ἐν Ο. Τ. 41. ΙΙ. κατηραμένος, Φώτ. ἔν λ. προστρόπαιος.
Middle Liddell
πρόστροπος, ον, προστρέπω
like προστρόπαιος, a suppliant, τινος Soph.; absol., Soph.
Translations
accursed
Bulgarian: проклет; Esperanto: malbenita; Finnish: kirottu, mokoma; French: fichu, satanée, détestable; Greek: καταραμένος, επάρατος; Ancient Greek: ἁγής, ἅγιος, ἀλειτήριος, ἀλιτήριος, ἀνόσιος, ἀραῖος, ἐναγής, ἐξάγιστος, ἐπάρατος, κατάρατος, κατηραμένος, πρόστροπος; Irish: mallachtach; Portuguese: maldito; Romanian: blestemat, afurisit