ἐπήν: Difference between revisions

From LSJ

Γῆ πάντα τίκτει καὶ πάλιν κομίζεται → Tellus ut edit, ita resorbet omnia → Die Erde alles gebiert und wieder in sich birgt

Menander, Monostichoi, 89
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")
 
Line 15: Line 15:
{{bailly
{{bailly
|btext=<i>ion. et épq. c.</i> [[ἐπάν]].
|btext=<i>ion. et épq. c.</i> [[ἐπάν]].
}}
{{elru
|elrutext='''ἐπήν:''' эп.-ион. = [[ἐπάν]].
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 27: Line 30:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''ἐπήν:''' σύνδ. = [[ἐπεί]] ἄν, βλ. [[ἐπεί]] Α. II.
|lsmtext='''ἐπήν:''' σύνδ. = [[ἐπεί]] ἄν, βλ. [[ἐπεί]] Α. II.
}}
{{elru
|elrutext='''ἐπήν:''' эп.-ион. = [[ἐπάν]].
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj

Latest revision as of 19:30, 3 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐπήν Medium diacritics: ἐπήν Low diacritics: επήν Capitals: ΕΠΗΝ
Transliteration A: epḗn Transliteration B: epēn Transliteration C: epin Beta Code: e)ph/n

English (LSJ)

v. ἐπεί.

German (Pape)

[Seite 920] ep. u. ion. = ἐπάν, w. m. s.; auch Thuc. 5, 47 u. 8, 58, beidemal in Dokumenten; Ar. Av. 1355 Lys. 1175; Xen. Cyr. 5, 2, 1.

French (Bailly abrégé)

ion. et épq. c. ἐπάν.

Russian (Dvoretsky)

ἐπήν: эп.-ион. = ἐπάν.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπήν: ἐκ τοῦ ἐπεὶ καὶ ἄν, ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. καὶ τοῖς Ἀττ. ποιηταῖς καὶ παρὰ τοῖς πεζογράφοις μέχρι Ξεν., ὅτε κατὰ πρῶτον ἀναφαίνεται τὸ ἐπάν, ἐνῷ ἐν τῇ Ἰάδι τοῦ Ἡροδ. καὶ Ἱππ. ὁ ἐπικρατὼν τύπος εἶναι τὸ ἐπεάν:- Σύνδεσμος χρονικός, ὁπόταν, ὅταν: 1) μεθ’ ὑποτακτ., α) πρὸς δήλωσιν ὑποτιθεμένης περιστάσεως, ἐπὴν πτολίεθρον ἕλωμεν Ἰλ. Δ. 239, κτλ. β) πρὸς δήλωσιν πράξεως ἐπαναλαμβανομένης ἐν τῷ μέλλοντι, ἄμητος δ’ ὀλίγιστος, ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα Ζεὺς Ἰλ. Τ. 223, Ὀδ. Λ. 192, Ἡρόδ. κλ. 2) μετ’ εὐκτ., α) πρὸς δήλωσιν πράξεως ἐπαναληφθείσης ἐν τῷ παρελθόντι, ἐπεὶ δαΐδας παραθεῖτο Ὀδ. Β. 105, Δ. 222, κτλ. β) ὅπως ἐκφέρῃ λέξεις ἢ σκέψεις ἑτέρας, Ἰλ. Τ. 208, Ω. 227. 3) μεθ’ ὁριστ. μόνον παρὰ μεταγεν., ὡς ἐν Σχολ. εἰς Λουκ. Περεγρ. 9.

English (Autenrieth)

when, after. See ἐπεί, also ἄν, κέν.

Greek Monolingual

ἐπήν (Α)
(σύνδ.) βλ. επάν.

Greek Monotonic

ἐπήν: σύνδ. = ἐπεί ἄν, βλ. ἐπεί Α. II.

Middle Liddell

[v. ἐπεί A. II.]
Conj. = ἐπεὶ ἄν

English (Woodhouse)

after that

⇢ Look up on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)