ἐκπληκτικός: Difference between revisions

From LSJ

οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ' ἐν τῷ εὖ τὸ πολύgood is not found in plenty but plenty in good, quality matters more than quantity

Source
(4)
(2)
Line 27: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''ἐκπληκτικός:''' -ή, -όν ([[ἐκπλήσσω]]), αυτός που προξενεί, που προκαλεί [[έκπληξη]], [[καταπληκτικός]], [[τρομακτικός]], [[φοβερός]], [[εντυπωσιακός]], σε Θουκ.
|lsmtext='''ἐκπληκτικός:''' -ή, -όν ([[ἐκπλήσσω]]), αυτός που προξενεί, που προκαλεί [[έκπληξη]], [[καταπληκτικός]], [[τρομακτικός]], [[φοβερός]], [[εντυπωσιακός]], σε Θουκ.
}}
{{elru
|elrutext='''ἐκπληκτικός:''' потрясающий, ужасающий ([[θόρυβος]] Thuc.; [[ἀναγνώρισις]] Arst.); наводящий страх (τοῖς ἐχθροῖς Xen.).
}}
}}

Revision as of 19:52, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐκπληκτικός Medium diacritics: ἐκπληκτικός Low diacritics: εκπληκτικός Capitals: ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟΣ
Transliteration A: ekplēktikós Transliteration B: ekplēktikos Transliteration C: ekpliktikos Beta Code: e)kplhktiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A striking with consternation, astounding, θόρυβος Th.8.92 ; ἐ. τοῖς ἐχθροῖς X.Eq.Mag.8.18 (Comp.) ; ἐκπληκτικώτερον more surprising or startling, Arist.Po.1460b25: Sup., Plb.3.4.5, Onos. 22.4.    II Adv. -κῶς terribly, D.S.14.25 : Sup. -ώτατα Ael.NA 11.32.    2 with enthusiasm, ἀποδέξασθαί τινα Plb.10.5.2.

German (Pape)

[Seite 774] ή, όν, erschreckend, betäubend; θόρυβος Thuc. 8, 92; oft bei Pol.; τοῖς ἐχθροῖς, Xen. Hipparch. 8, 18. – Adv. ἐκπληκτικῶς, furchtbar, D. Sic. 14, 25; ἀποδέχεσθαί τινα, mit Staunen u. Bewunderung, Pol. 10, 5, 2; ἐκπληκτικωτάτως, Ael. N. A. 11, 32.

Greek (Liddell-Scott)

ἐκπληκτικός: -ή, -όν, ὁ προξενῶν ἔκπληξιν, θόρυβος Θουκ. 8. 92· ἐκπλ. τοῖς ἐχθροῖς Ξεν. Ἱππαρχ. 8. 18· ἐκπληκτικώτερον Ἀριστ. Ποιητ. 25, 8. ― Ἐπίρρ. -κῶς, μετ’ ἐκπλήξεως, Πολύβ. 10. 5, 2· φοβερῶς, Διοδ. 14. 25· ὑπερθ. -ώτατα, Αἰλ. π. Ζ. 11. 32.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
propre à frapper de stupeur ou d’étonnement, effrayant.
Étymologie: ἐκπλήσσω.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I 1sorprendente μέρος en una obra literaria, Arist.Po.1460b25, εἰς τὸ κατὰ φαντασίαν ἐκπληκτικόν Longin.15.11.
2 que expresa sorpresa τὰ δὲ ἀπὸ κλητικῆς ... θαυμαστικὰ καὶ ἐκπληκτικά Sch.D.T.435.
II sent. neg.
1 que aturde, que sobrecoge θόρυβος Th.8.92, κτύπος D.C.68.24.4.
2 terrorífico de soldados, X.Eq.Mag.8.18, ἐπιβολή Onas.22.4, περιπέτειαι Plb.3.4.5, θέαμα Ph.2.91, πάθη Plu.2.347a
neutr. plu. sup. como adv. ἐκπληκτικώτατα ἐβόα Ael.NA 11.32, ἐκπληκτικώτατα ... βλέψαι καὶ φθέγξασθαι μέγα lanzar miradas terroríficas y dar grandes voces de Héctor en combate, Philostr.Her.52.7.
III adv. -ῶς
1 de manera terrible o terrorífica αὐτοῖς ἐ. ὁ βασιλεὺς προσφέρεται D.S.14.25, ἐ. πρὸς ἀγῶνα κατεσκευασμένοι Plu.Tim.27.
2 con entusiasmo τοῦ δὲ πλήθους ... ἐ. αὐτὸν ἀποδεξαμένου Plb.10.5.2.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἐκπληκτικός, -ή, -όν)
1. αυτός που προκαλεί έκπληξη
2. θαυμαστός, υπέροχος.

Greek Monotonic

ἐκπληκτικός: -ή, -όν (ἐκπλήσσω), αυτός που προξενεί, που προκαλεί έκπληξη, καταπληκτικός, τρομακτικός, φοβερός, εντυπωσιακός, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἐκπληκτικός: потрясающий, ужасающий (θόρυβος Thuc.; ἀναγνώρισις Arst.); наводящий страх (τοῖς ἐχθροῖς Xen.).