ἀμία: Difference between revisions

From LSJ

Τὰς γὰρ ἡδονὰς ὅταν προδῶσιν ἄνδρες, οὐ τίθημ' ἐγὼ ζῆν τοῦτον, ἀλλ' ἔμψυχον ἡγοῦμαι νεκρόν → But when people lose their pleasures, I do not consider this liferather, it is just a corpse with a soul

Sophocles, Antigone, 1165-7
(big3_3)
(3)
Line 21: Line 21:
{{DGE
{{DGE
|dgtxt=-ας, ἡ<br /><br /><b class="num">• Alolema(s):</b> [[ἀμίας]], -ου, ὁ Matro <i>Conu</i>.61<br />ict. un tipo de [[bonito]], [[Palamys sarda CV]], Epich.23, 71, Archipp.20, Matro l.c., Archestr.35.1, Arist.<i>HA</i> 488<sup>a</sup>6, 506<sup>b</sup>13, <i>Fr</i>.308, Sotad.Com.1.26, <i>PCair.Zen</i>.83.2 (III a.C.), Plin.<i>HN</i> 9.49, Plu.2.966a, Ael.<i>NA</i> 16.12, Opp.<i>H</i>.2.554, 3.144.<br /><br /><b class="num">• Etimología:</b> Existe una propuesta de relación c. egipcio <i>mhit</i>.<br />φυλάκια Hsch.
|dgtxt=-ας, ἡ<br /><br /><b class="num">• Alolema(s):</b> [[ἀμίας]], -ου, ὁ Matro <i>Conu</i>.61<br />ict. un tipo de [[bonito]], [[Palamys sarda CV]], Epich.23, 71, Archipp.20, Matro l.c., Archestr.35.1, Arist.<i>HA</i> 488<sup>a</sup>6, 506<sup>b</sup>13, <i>Fr</i>.308, Sotad.Com.1.26, <i>PCair.Zen</i>.83.2 (III a.C.), Plin.<i>HN</i> 9.49, Plu.2.966a, Ael.<i>NA</i> 16.12, Opp.<i>H</i>.2.554, 3.144.<br /><br /><b class="num">• Etimología:</b> Existe una propuesta de relación c. egipcio <i>mhit</i>.<br />φυλάκια Hsch.
}}
{{grml
|mltxt=[[ἀμία]], η και [[ἀμίας]], ο (Α)<br />[[είδος]] ψαριού, ίσως η [[παλαμίδα]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Άγνωστης ετυμολογίας. Πιθ. να πρόκειται για λ. αιγυπτιακής προέλευσης, <b>[[πρβλ]].</b> αιγυπτ. <i>mehi</i>, <i>mhit</i> (= [[ονομασία]] ψαριού)].
}}
}}

Revision as of 06:51, 29 September 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀμία Medium diacritics: ἀμία Low diacritics: αμία Capitals: ΑΜΙΑ
Transliteration A: amía Transliteration B: amia Transliteration C: amia Beta Code: a)mi/a

English (LSJ)

(A), ἡ, kind of

   A tunny, which ascends rivers, perh. bonito, Sotad.Com.1.26, Archipp.20,Arist.HA506b13, Fr.308:—also ἀμίας, ου, ὁ, MatroConv.61:—gender indeterminate, Epich.59, cf.124, Arist. HA488a7, al.
ἀμία (B)· φυλακία, Hsch.

German (Pape)

[Seite 124] ἡ (Matr. bei Ath. IV, 135 c ἀμίας, ὁ), eine Art Thunfisch, Arist. H. A. 6, 17; Opp. H. 2, 154.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμία: ἡ, γόμφος, γομφάριον, κοινῶς «γουφάρι»· ὁ ἰχθὺς οὗτος ἔχει ὀδόντας ἰσχυρούς, καθὰ δὲ λέγει ὁ Ἀριστ., «καὶ τῶν ἰσχυροτέρων ἰχθύων περιγίνεται»· καταφρονεῖ δὲ καὶ αὐτῶν τῶν δελφίνων, ὡς λέγει ὁ Ὀππ. Ἁλ. Β, 554: καὶ ὁ τρώκτης δὲ ἦτο συνώνυμος τῇ ἀμίᾳ (Αἰλ. π. Ζ. Α. 5). «Ἀριστοτέλης τὰς ἀμίας περὶ Ἀλωπεκόννησον καὶ ἐν τῇ Βιστονίδι λίμνῃ γίνεσθαι λέγει μάλιστα» (περὶ Ζ. Ἱστ. Η΄, 13) Κορ. σημ. εἰς Ξενοκρ. σ. 76· ὡσαύτως ἀρσ. ἀμίας, ου, ὁ, κυανόχρως δ’ ἀμίας... μέγας Μάτρων παρ’ Ἀθην. 135F. - ἐν πολλοῖς χωρίοις τὸ γένος εἶναι ἀβέβαιον, Ἐπίχ. 30 Ahr., Ἄρχιππ. ἐν «Ἰχθύσι» 7, Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 1. 1, 24., 8. 2, 24, καὶ ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
sorte de thon, poisson.
Étymologie: DELG -.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): ἀμίας, -ου, ὁ Matro Conu.61
ict. un tipo de bonito, Palamys sarda CV, Epich.23, 71, Archipp.20, Matro l.c., Archestr.35.1, Arist.HA 488a6, 506b13, Fr.308, Sotad.Com.1.26, PCair.Zen.83.2 (III a.C.), Plin.HN 9.49, Plu.2.966a, Ael.NA 16.12, Opp.H.2.554, 3.144.

• Etimología: Existe una propuesta de relación c. egipcio mhit.
φυλάκια Hsch.

Greek Monolingual

ἀμία, η και ἀμίας, ο (Α)
είδος ψαριού, ίσως η παλαμίδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας. Πιθ. να πρόκειται για λ. αιγυπτιακής προέλευσης, πρβλ. αιγυπτ. mehi, mhit (= ονομασία ψαριού)].