συσφίγγω: Difference between revisions

From LSJ

ἐάν μή διδάξητε περί ἀρετὴς τούς τό ἀργύριον κλέψαντας, οὐ ταξόμεθα οἱ ὁπλῖται → if you don't teach those who have stolen money a lesson on moral virtue, we, the hoplites, will not line up

Source
(Bailly1_5)
(40)
Line 18: Line 18:
{{bailly
{{bailly
|btext=étreindre <i>ou</i> resserrer ensemble ; condenser.<br />'''Étymologie:''' [[σύν]], [[σφίγγω]].
|btext=étreindre <i>ou</i> resserrer ensemble ; condenser.<br />'''Étymologie:''' [[σύν]], [[σφίγγω]].
}}
{{grml
|mltxt=ΝΜΑ [[σφίγγω]]<br />[[περισφίγγω]]<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>φρ.</b> «συνεσφιγμένο [[μέτωπο]]»<br /><b>(μετεωρ.)</b> [[είδος]] μετώπου κακοκαιρίας, που σχηματίζεται όταν ένα ψυχρό [[μέτωπο]] υπερκαλύπτει ένα προπορευόμενο θερμό [[μέτωπο]], προκαλώντας την [[ανύψωση]] τών θερμών αέριων μαζών και χαρακτηρίζεται από χαμηλές θερμοκρασίες, αυξημένη [[συγκέντρωση]] νεφών και εκτεταμένα κατακρημνίσματα, [[συχνά]] με τη [[μορφή]] χιονιού<br /><b>μσν.</b><br /><b>(αυτοπαθ.)</b> [[συνωστίζομαι]]<br /><b>μσν.-αρχ.</b><br /><b>μτφ.</b> [[ελέγχω]], [[κατευθύνω]], [[ρυθμίζω]] («τὴν τὰς μερίζουσας τὸν νοῡν συσφίγγουσαν αἰσθήσεις... πίστιν», Προκ. Γαζ.)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[σφίγγω]] [[κάτι]] [[δυνατά]] [[μαζί]] με [[κάτι]] [[άλλο]] («συσφίγγειν τοὺς ἀγκῶνας», Ηρώνδ.)<br /><b>2.</b> [[αρπάζω]].
}}
}}

Revision as of 12:56, 29 September 2017

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: συσφίγγω Medium diacritics: συσφίγγω Low diacritics: συσφίγγω Capitals: ΣΥΣΦΙΓΓΩ
Transliteration A: sysphíngō Transliteration B: sysphingō Transliteration C: sysfiggo Beta Code: susfi/ggw

English (LSJ)

   A bind close together, τοὺς ἀγκῶνας Herod.5.25; συσφιγχθεὶς χεροῖν τένοντας APl.4.199 (Crin.); τὸ λόγιον LXX Ex.36.29 (39.21); gird up, τὴν ὀσφύν ib.3 Ki.18.46; grasp, ἄκροις δακτύλοις τὸ προβόλιον Procop.Gaz.p.167 B.; cf. σύσφιγμα.

German (Pape)

[Seite 1046] zusammenschnüren, -binden, -ziehen, τένοντας Crinag. 1 (Plan. 199).

Greek (Liddell-Scott)

συσφίγγω: σφίγγω στενῶς, συμπυκνῶ, συμπήγνυσι καὶ σ. [τὴν χιόνα] ἀὴρ Ἀριστ. π. Φυτ. 2. 3, 10. - Παθητ., αὐτόθι 2. 6, 5, πρβλ. Ἀνθολ. Πλαν. 199· μεταφορ., σ. τὸν λόγον Ρήτορες (Walz) τ. 3, σ. 536.

French (Bailly abrégé)

étreindre ou resserrer ensemble ; condenser.
Étymologie: σύν, σφίγγω.

Greek Monolingual

ΝΜΑ σφίγγω
περισφίγγω
νεοελλ.
φρ. «συνεσφιγμένο μέτωπο»
(μετεωρ.) είδος μετώπου κακοκαιρίας, που σχηματίζεται όταν ένα ψυχρό μέτωπο υπερκαλύπτει ένα προπορευόμενο θερμό μέτωπο, προκαλώντας την ανύψωση τών θερμών αέριων μαζών και χαρακτηρίζεται από χαμηλές θερμοκρασίες, αυξημένη συγκέντρωση νεφών και εκτεταμένα κατακρημνίσματα, συχνά με τη μορφή χιονιού
μσν.
(αυτοπαθ.) συνωστίζομαι
μσν.-αρχ.
μτφ. ελέγχω, κατευθύνω, ρυθμίζω («τὴν τὰς μερίζουσας τὸν νοῡν συσφίγγουσαν αἰσθήσεις... πίστιν», Προκ. Γαζ.)
αρχ.
1. σφίγγω κάτι δυνατά μαζί με κάτι άλλο («συσφίγγειν τοὺς ἀγκῶνας», Ηρώνδ.)
2. αρπάζω.