Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μέτωπο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το (ΑΜ μέτωπον, τὸ, Α και μέτωπος, ἡ)
1. το ανώτερο τμήμα του προσώπου του ανθρώπου που περιλαμβάνεται μεταξύ της έκφυσης τών μαλλιών και τών υπερόφρυων τόξων προς τα εμπρός και τών πρόσθιων ορίων τών κροταφικών βόθρων στα πλάγια
2. το άνω πρόσθιο τμήμα της κεφαλής τών ζώων το οποίο βρίσκεται πάνω από τα μάτια
3. πρόσοψη οικοδομήματος ή οικοπέδου («τεῑχος ὡς ἐπὶ δέκα σταδίους... μέτωπον ἕκαστον», Ηρόδ.)
4. η πρώτη γραμμή στρατιωτικής παράταξης από τη μια πτέρυγα ώς την άλλη («τὸ μέτωπον τῆς φάλαγγος εὑρίσκεται ἐπὶ τῆς ὁδοῡ», Ξεν.)
νεοελλ.
1. η ζώνη τών στρατιωτικών επιχειρήσεων και ιδίως το τμήμα που βρίσκεται πλησιέστερα προς τον εχθρό εν καιρώ πολέμου («έκανε έναν χρόνο στο μέτωπο»)
2. (μετεωρ.) ιδεατή επιφάνεια στην ατμόσφαιρα η οποία αντιστοιχεί στην επαφή δύο αέριων μαζών οι οποίες συγκλίνουν και έχουν διαφορετικές θερμοκρασίες (α. «θερμό μέτωπο» β. «ψυχρό μέτωπο»)
2. συμμαχία πολιτικών δυνάμεων οι οποίες διατηρούν την αυτονομία τους αλλά συντονίζουν τη δράση τους με βάση ένα κοινό πρόγραμμα για την επίτευξη κοινών σκοπών («λαϊκό μέτωπο»)
4. φρ. α) «έχω καθαρό μέτωπο» ή «έχω το μέτωπο ακηλίδωτο» — είμαι έντιμος και ανεπίληπτος, καμία επιλήψιμη πράξη δεν μέ βαραίνει
β) «λερώνω το μέτωπο κάποιου» — προδίδω κάποιον
γ) «κατά μέτωπο»
i) κατά παράταξη
ii) αντικρυστά
δ) «μέτωπο δεξιά», «μέτωπο αριστερά» — στρατιωτικό παράγγελμα για να εκτελεστεί στροφή προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά
μσν.-αρχ.
περιθώριο βιβλίου ή εγγράφου
αρχ.
1. το μεταξύ τών οφθαλμών διάστημα
2. ο ρητινώδης οπός χαλβάνη ή το φυτό από το οποίο λαμβάνεται αυτή
3. φρ. α) «ευκάρπου γαίας μέτωπον» — ποιητ. μτφ. του Πίνδ. για την Αίτνα
β) «χαλάσας τὸ μέτωπον» — αφού χαλάρωσε το μέτωπο, δηλ. αφού σταμάτησε την οργή του (Αριστοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για σύνθ. «εκ συναρπαγής» (δηλ. σύνθ. που έχει σχηματιστεί από ολόκληρη φράση) από τη φρ. μετὰ ὦπα (< ὤψ, ὠπός «οφθαλμός, όψη»)
αρχ. σημ. «το μέρος του προσώπου που βρίσκεται ανάμεσα στα μάτια», ιδίως απὸ τα ζώα, τών οποίων τα μάτια, καθώς βρίσκονται κοντά στα πλαϊνά του κρανίου, αφήνουν μεγάλο χώρο ανάμεσα στα μάτια. Η λ. εμφανίζεται στο αρχ. θεσσαλ. σκωπτικό ανθρωπωνύμιο Μέτουπος κατ' αποκοπή από σύνθ. σε -μέτωπος. Η λ., τέλος, εμφανίζεται ως β' συνθετικό με τη μορφή -μέτωπος.
ΠΑΡ. μετωπηδόν, μετωπιαίος, μετωπίας, μετωπικός, μετώπιον
αρχ.
μετωπίδιος, μετωπίς.
ΣΥΝΘ. (Α συνθετικό) μετωποσκόπος
αρχ.
μετωποσώφρων
μσν.
μετωποφορώ
νεοελλ.
μετωπομαντεία, μετωποπαγής. (Β' συνθετικό σε -μέτωπος): αντιμέτωπος, διμέτωπος, ευρυμέτωπος, μεγαλομέτωπος, πλατυμέτωπος
αρχ.
ακρομέτωπος, αργομέτωπος, δασυμέτωπος, θηροζυγομέτωπος, ισομέτωπος, καμψιμέτωπος, κρυψιμέτωπος, λευκομέτωπος, προμέτωπος, ταυρομέτωπος, υγρομέτωπος
νεοελλ.
πλακομέτωπος, πολυμέτωπος, στενομέτωπος].