ἀτυχής: Difference between revisions

From LSJ

Ἰὸς πέφυκεν ἀσπίδος κακὴ γυνή → Ipsum venenum aspidis mulier mala → Das reinste Natterngift ist eine schlechte Frau

Menander, Monostichoi, 261
(3)
(1b)
Line 27: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''ἀτῠχής:''' -ές ([[τυγχάνω]]), [[άτυχος]], αυτός που δεν έχει [[τύχη]], σε Δημ. κ.λπ.
|lsmtext='''ἀτῠχής:''' -ές ([[τυγχάνω]]), [[άτυχος]], αυτός που δεν έχει [[τύχη]], σε Δημ. κ.λπ.
}}
{{elru
|elrutext='''ἀτῠχής:''' несчастный, злополучный Plat., Dem.
}}
}}

Revision as of 08:12, 31 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀτῠχής Medium diacritics: ἀτυχής Low diacritics: ατυχής Capitals: ΑΤΥΧΗΣ
Transliteration A: atychḗs Transliteration B: atychēs Transliteration C: atychis Beta Code: a)tuxh/s

English (LSJ)

ές,

   A unfortunate, Antipho 2.2.1 (Sup.); οὐ γὰρ οὕτως ἄφρων οὐδ' ἀ. εἰμι D.3.21; euphem., ἀ. γενέσθαι 'get into trouble', Pl.Lg.905a: late acc. fem. ἀτυχήν Annales du Service22.10 (i B.C./i A.D.). Adv. -χῶς Isoc.12.15: Sup. -έστατα Longin.33.5.    II missing, without share in, τινός Ael.NA11.31, Max.Tyr.20.5.

German (Pape)

[Seite 390] ές, unglücklich, Plat. Legg. X, 905 a u. Folgde; bes. nicht erlangend, verfehlend; übh. τινός, untheilhaft, συνέσεως Ael. H. A. 11, 31.

Greek (Liddell-Scott)

ἀτῠχής: -ές, ἀτυχής, δυστυχής, Ἀντιφῶν 116. 23 (ἐν τῷ ὑπερθ. Πλάτ. Νόμ. 905Α· οὐ γὰρ οὕτως ἄφρων οὐδ’ ἀτυχής εἰμι Δημ. 34. 13: - Ἐπίρρ. -χῶς Ἰσοκρ. 236Α. ΙΙ. ἄμοιρος, ἀλλὰ γοῦν συνέσεως καὶ τῆς καθ’ ἑαυτὰ σοφίας οὐκ ἀτυχῆ (ἀτυχεῖ Ἑρχέριος) Αἰλ. π. Ζ. 11. 31.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
1 malheureux, infortuné;
2 qui échoue, qui n’obtient pas sa part de, gén..
Étymologie: ἀ, τυχή.

Spanish (DGE)

(ἀτῠχής) -ές

• Morfología: [ac. sg. fem. ἀτυχῆν SEG 1.570.3 (Leontópolis, Egipto I a./d.C.)]
I 1infortunado, no favorecido por la suerte de pers. ἀτυχέστατος ... τῶν πάντων ἀνθρώπων Antipho 2.2.1, οἱ ... τῶν αἰχμαλώτων ἀτυχέστατοι ἦσαν Hp.Ep.Or.Thess.408.8, οὐ γὰρ οὕτως ... ἀτυχής εἰμ' ἐγώ D.3.21, Θηβαῖοι D.18.19, ἄλλος ἀτυχὴς γενόμενος Pl.Lg.905a, ἄνθρωπος D.Chr.46.12, ἀκανθοβάται AP 11.322 (Antiphan.), σοι δοκῶ ... ἀτυχής τις εἶναι Plu.2.462d, ἀτυχὴς ὁ μέλλων γαμεῖν Ach.Tat.1.8.3, μέθυσος Hierocl.Facet.229, εὐνοῦχος Hierocl.Facet.252
de abstr. ἔρωτος ἀτυχοῦς ὑπόμνημα Charito 5.10.2, ὀμωνυμία Charito 4.2.11, cf. SEG l.c., Aristaenet.2.10.3
neutr. plu. como adv. ἀτυχέστατα del modo más desafortunado πίπτουσιν ἀ. caen en los defectos más desafortunados Longin.33.5.
2 perjudicial, dañino ἤ τι ἄλλο ἀτυχέστερον καὶ ταπεινότερον o algo aun más dañino y ruin (que una zorra), Arr.Epict.1.3.8.
II que no tiene parte en c. gen. οὔτε γὰρ τὸ φιλεῖν ἡδονῆς ἀτυχές Max.Tyr.14.5.
III adv. -ῶς infortunadamente, sin tener la suerte de lado οὕτως ἀ. φέρομαι παρ' αὐτοῖς Isoc.12.15, πίπτειν ἀ. Aristaenet.1.23.5, cf. Charito 6.6.1.

Greek Monolingual

-ές (AM ἀτυχής, -ές)
δυστυχής, κακότυχος
νεοελλ.
(για ενέργειες ή καταστάσεις) ανεπιτυχής, άστοχος
μσν.
1. αυτός που φέρνει κακή τύχη και οδηγεί σε αποτυχία
2. κακός, μοχθηρός
αρχ.
αμέτοχος, άμοιρος («σοφίας οὐκ ἀτυχῆ» — που έχουν κάποια σοφία).
[ΕΤΥΜΟΛ. ατυχής < α- στερ. + -τυχής < τύχη ή < έτυχον, αόρ. β' του τυγχάνω (πρβλ. δυστυχής, ευτυχής)
άτυχος, μεταπλασμένος τ. του επιθ. ατυχής (πρβλ. δύστυχος < δυστυχής.

Greek Monotonic

ἀτῠχής: -ές (τυγχάνω), άτυχος, αυτός που δεν έχει τύχη, σε Δημ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀτῠχής: несчастный, злополучный Plat., Dem.