πολλοδεκάκις
κινδυνεύει μὲν γὰρ ἡμῶν οὐδέτερος οὐδὲν καλὸν κἀγαθὸν εἰδέναι, ἀλλ᾽ οὗτος μὲν οἴεταί τι εἰδέναι οὐκ εἰδώς, ἐγὼ δέ, ὥσπερ οὖν οὐκ οἶδα, οὐδὲ οἴομαι· ἔοικα γοῦν τούτου γε σμικρῷ τινι αὐτῷ τούτῳ σοφώτερος εἶναι, ὅτι ἃ μὴ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι. → for neither of us appears to know anything great and good; but he fancies he knows something, although he knows nothing; whereas I, as I do not know anything, so I do not fancy I do. In this trifling particular, then, I appear to be wiser than he, because I do not fancy I know what I do not know.
English (LSJ)
[ᾰ], Adv.
A many tens of times, Ar.Pax243.
German (Pape)
[Seite 658] vielzehnmal, oft, Ar. Pax 243.
Greek (Liddell-Scott)
πολλοδεκάκις: [ᾰ], ἐπίρρ., πολλὰς φορὰς δεκάκις, Ἀριστοφ. Εἰρ. 243.
French (Bailly abrégé)
adv.
des dizaines de fois.
Étymologie: πολύς, δεκάκις.
Greek Monolingual
Α
επίρρ. πολλές φορές δέκα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. πολλο- (βλ. λ. πολύς) + δεκάκις.
Greek Monotonic
πολλοδεκάκις: [ᾰ], επίρρ., πολλές δεκάδες φορές, σε Αριστοφ.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
πολλοδεκάκις [πολύς, δεκάκις] adv., vele tientallen malen.
Russian (Dvoretsky)
πολλοδεκάκις: (ᾰ) adv. во много раз больше, чем десятикратно, т. е. безмерно, бесконечно (π. ἄθλιος Arph.).
Middle Liddell
many tens of times, Ar.