εὔογκος

Revision as of 09:30, 30 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "   <span class="bld">" to "<span class="bld">")

English (LSJ)

ον, A of good size, bulky, massive, Hp. Art.23; κοιλίη Id.Prog.11; οὐδ' ἄγαν εὔ. E.Fr.688.3; εὔ. εἶναι γαστρὶ μὴ πληρουμένῃ Trag.Adesp.546.5; εὔ. φωνή a full, rich voice, opp. ψιλή, Philoch.66: Comp., -ότεραι ἀπὸ τῶν ἰσχίων Sor. 2.53: metaph., weighty, important, opp. εὐτελής, Arist.Rh.1408a12: Comp., Phld.Po. 2.38. II of moderate or convenient bulk, compact, Aen. Tact.29.6 (Comp.), 31.23 (Sup.), Arist.Mete.380a5 (Comp.), GA766b20, Mnesith. ap.Ath.7.357f, etc.; portable, Thphr.HP9.16.8; τὰ εὔ. τῶν ἀναθημάτων Plu.2.969e; στρατόπεδον of manageable size, Polyaen.5.16.1: metaph., τῆς λέξεως τὸ εὔ. compact, concise, of γνῶθι σεαυτόν, Plu.2.511b. Adv. -κως, διάγειν preserve a moderate embonpoint, Diocl.Fr.141.

German (Pape)

[Seite 1084] 1) von großem Umfange, εὐογκότερον καὶ παχύτερον Arist. meteor. 4, 3; daher dem εὐτελές entgegengesetzt, groß u. wichtig, rhet. 3, 7; φωνή, volle Stimme, im Ggstz von ψιλή, Philoch. Ath. XIV, 637 f. – 21 von gutem Umfange, so daß man es leicht fassen, bequem handhaben kann, Eur. Stob. flor. 97, 17; Hippocr. u. Sp.; VLL. εὐβάστακτος. Auch übertr., τῆς λέξεως τὸ εὔογκον καὶ λιτόν Plut. de garrul. 17.

Greek (Liddell-Scott)

εὔογκος: -ον, ἔχων καλὸν ὄγκον, ἀρκετὸν ὄγκον, κλινούσης τῆς λέξεως εἰς τὴν σημασίαν τοῦ ὀγκώδης, Ἱππ. π. Ἄρθρ. 795· κοιλία ὁ αὐτ. ἐν Προγν. 40· οὐδ’ ἄγαν εὔ. Εὐρ. Ἀποσπ. 689· εὔογκος εἶναι γαστρί, μὴ ἐσθίειν πολλά, Ποιητ. παρὰ Στοβ. Τίτ. 97. 17· εὔ. φωνή, ἠχηρὰ φωνή, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ψιλή, Φιλόχορ. 66: - μεταφ., βαρύς, σπουδαῖος, ἀντίθετ. τῷ εὐτελής, Ἀριστ. Ρητ. 3. 7, 2· θαυμάσαντες τῆς λέξεως τὸ εὔογκον καὶ τὸ λιτὸν ὕφος Πλούτ. 2. 511Β. ΙΙ. μέτριος τὸν ὄγκον, συμπαγής, Ἀριστ. Μετεωρ. 4. 2, 6, π. Ζ. Γεν. 4. 1, 41· συνδυαζόμενον μετὰ τοῦ μικρός, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 16, 8: - φορητός, εὐμετακόμιστος, ὁ αὐτ. 9. 16, 8· τὰ εὔ. τῶν ἀναθημάτων Πλούτ. 2. 969Ε. 2) ἐπὶ χόρτων καὶ βοτανῶν, εὔπεπτος, μνημονεύεται ἐκ τοῦ Ἀθηναίου. - Ἐπίρρ. εὐόγκως, μετὰ ἐπαρκοῦς ὄγκου, Διοκλ. παρ’ Ὀρειβασ. ΙΙΙ. 173. 5.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 d’un volume gros, fort ; τῆς λέξεως τὸ εὔογκον PLUT plénitude ou force du style;
2 d’un volume maniable, d’une grosseur convenable.
Étymologie: εὖ, ὄγκος.

Greek Monolingual

εὔογκος, -ον (Α)
1. αυτός που έχει καλό, αρκετό όγκο, ο ογκώδης
2. φρ. «εὔογκος φωνή» — ηχηρή (σε αντιδιαστολή με την ψιλή) φωνή
3. μτφ. βαρύς, σπουδαίος
4. αυτός που έχει σχετικώς μεγάλο όγκο ή έχει διασταλεί σε όγκο («τοιοῡτον γὰρ ἀποτελεῑ τὸ θερμόν, εὐογκότερον καὶ παχύτερον καὶ ξηρότερον», Αριστοτ.)
5. (για τροφή) αυτός που προκαλεί φούσκωμα, διόγκωση της κοιλιάς
6. φορητός, ευκολομετακόμιστος, αυτός που μεταφέρεται εύκολα λόγω του μέτριου όγκου του («τὰ εὔογκα τῶν ἀναθημάτων», Πλούτ.)
7. φρ. «εὔογκον στρατόπεδον» — ευμετακίνητο και ευκολοκυβέρνητο στρατόπεδο λόγω του μικρού όγκου του
8. (μτφ. για λόγο ή ύφος) ο μετρημένος στην έκφραση ή στην έκταση, ο σύμμετρος προς το περιεχόμενο («τῆς λέξεως τὸ εὔογκον καὶ λιτὸν ὕφος», Πλούτ.).
επίρρ...
εὐόγκως (Α)
φρ. «εὐόγκως διάγω» — διατηρώ κανονική ευσαρκία, έχω κανονικό όγκο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + όγκος].

Russian (Dvoretsky)

εὔογκος:
1) (довольно) крупный, массивный Arst.;
2) умеренной величины, не слишком большой (ἀναθήματα Plut.);
3) веский, важный Arst.