τροπόω
οὐκ ἔστι λέουσι καὶ ἀνδράσιν ὅρκια πιστά → there are no pacts between lions and men, between lions and men there are no oaths of faith, there can be no covenants between men and lions
English (LSJ)
(A), (τρόπος) A like τρέπω, make to turn, put to flight, LXX Jd.4.23, 20.35 (v.l.), Wilcken Chr.11 A40 (ii B. C.):—so in Med., LXX 2 Ki.8.1, al., D.H.2.50, Sammelb.5829.2.
τροπ-όω (B), (τροπός) furnish the oar with its thong, in Med., ναυβάτης τ' ἀνὴρ τροποῦτο κώπην σκαλμὸν ἀμφ' εὐήρετμον fastened his oar by its thong round the thole, A.Pers.376; τροπώσασθαι ναῦν Poll.1.87:—Pass., of the oar, to be furnished with its thong, Ar.Ach.553, Luc.Cat.1.
French (Bailly abrégé)
-ῶ :
pf. Pass. τετρόπωμαι;
fixer la rame avec la courroie d'attache;
Moy. τροπόομαι, τροποῦμαι (ao. ἐτροπωσάμην) m. sign.
Étymologie: τροπός.
Russian (Dvoretsky)
τροπόω: тж. med. укреплять ремнем в уключине: τροποῦσθαι κώπην ἀμφὶ σκαλμόν Aesch. привязывать рукояти своих весел к колкам (бортов); τῶν κωπῶν ἑκάστη τετρόπωται Luc. каждое весло было (уже) укреплено, т. е. корабль был готов к отплытию.
Greek (Liddell-Scott)
τροπόω: (τρόπος) ὡς τὸ τρέπω, κάμνω τινὰ νὰ τραπῇ, τρέπω εἰς φυγήν, νικῶ, Ἑβδ. (Κριτ. Δ΄, 23, πρβλ. διάφορ. γραφ. ἐν κεφ. Κ΄, 35)· - οὕτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, Διον. Ἁλ. 2. 50.
Greek Monotonic
τροπόω: μέλ. τροπώσω, (τροπός) εφοδιάζω το κουπί με τροπωτήρα — Μέσ., τροποῦτο κώπηνἀμφὶ σκαλμόν, προσέδεσε το κουπί στο σκαλμό με τον τροπωτήρα, σε Αισχύλ. — Παθ., λέγεται για το κουπί, είμαι εφοδιασμένος με τροπωτήρα, σε Αριστοφ.
Middle Liddell
τροπόω, fut. -ώσω τροπός
to furnish the oar with its thong: Mid., τροποῦτο κώπην ἀμφὶ σκαλμόν fastened his oar by its thong round the thole, Aesch.:—Pass., of the oar, to be furnished with its thong, Ar.