Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρέπω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: τρέπω Medium diacritics: τρέπω Low diacritics: τρέπω Capitals: ΤΡΕΠΩ
Transliteration A: trépō Transliteration B: trepō Transliteration C: trepo Beta Code: tre/pw

English (LSJ)

Il.8.399, etc.: fut.

   A τρέψω 15.261, etc.: aor. 1 ἔτρεψα 18.469, etc., Ep. τρέψα 16.645: besides aor. 1 Hom. has aor. 2 ἔτρᾰπον, Od.4.294, al., also Pi.O.10(11).15 (sts. also intr., v. περιτρέπω 11 and perh. Il.16.657, cf. 111 fin.): Aeol. aor. ἔτροπον, v. ἀνατρέπω: pf. τέτροφα Ar.Nu.858, Anaxandr.51, (ἀνα-) S.Tr.1009 (lyr.), And.1.131; later τέτρᾰφα Din.1.108, (ἀνα-) ib.30, D.18.296 (cod. S), Aeschin.1.190, 3.158 (but cf. Wackernagel Studien zum griech. Perf.15); ἐπι-τέτραφα Plb.30.6.6 :—Med., fut. τρέψομαι Hdt.1.97, Hp.Prog.20, E. Hipp.1066, etc.: aor. ἐτρεψάμην Od.1.422, E.Heracl.842: also aor. 2 ἐτραπόμην Il.16.594, Hdt.2.3, al. (used also in pass. sense, (ἀν-) Il.6.64, 14.447, and once in Att., (ἀν-) Pl.Cra.395d); imper. τραποῦ Ar.Ra. 1248: pf. (v. infr.):—Pass., fut. τρᾰπήσομαι Plu.Nic.21, etc.; also τετράψομαι Ph.1.220, (ἐπι-) Pisistr. ap. D.L.1.54: aor. ἐτρέφθην Hom. Epigr.14.7, once in Trag., E.El.1046 (v. ἐπιτρέπω); Ion. τραφθῆναι Od.15.80, cf. Hdt.4.12: aor. 2 ἐτράπην [ᾰ] A.Pers.1029 (lyr.), Ar.Ec. 416, etc.; ἐτρέπην (ἐν-) UPZ5.24 (ii B. C.): pf. τέτραμμαι Pl.R.519b; 3pl. τετράφαται Thgn.42, cf. Il.2.25 (ἐπι-); 3sg. imper. τετράφθω 12.273; part. τετραμμένος 19.212, etc.: plpf., Ep. 3sg. τέτραπτο Od.4.260; 3pl. τετράφατο Il.10.189.—From the aor. 2 has been formed the pres. ἐπιτρᾰπέουσι, ib.421; cf. τραπητέον.—The Ion. forms used by Hdt. are pres. Pass. τράπονται 6.33, al.; 3sg. impf. τρέπεσκε 4.128; aor. Pass. τραφθείς 9.56; but fut. ἐπιτράψομαι is f. l. in 3.155, and in the pres. Act. and Pass. codd. vary (both forms in codd. of 2.92 (Act.), τρέπεται 1.117, τράπεται 4.60):—Dor. forms, τράπω EM114.19; fut. ἐπι-τραψῶ Schwyzer198.21 (Crete):—turn or direct towards a thing, Hom., etc.; mostly folld. by a Prep., τ. [φύσας] ἐς πῦρ Il.18.469; ἐς ποταμὸν φλόγα 21.349; εἰς εὐνὴν τράπεθ' ἥμεας show us to bed, Od.4.294 (perh. with a punning reference to ταρπώμεθα in next line); λέκτρονδε τραπείομεν εὐνηθέντες 8.292 (as though τραπείομεν in Il.3.441 belonged to τρέπω and not to τέρπω; unless there is a pause after λέκτρονδε) ; θυμὸν εἰς ἔργον τ. Hes.Op.316; εἰς ἐχθροὺς βέλος A.Th.255; πόλεις ἐς ὕβριν Th.3.39; τὸν ἄνθρωπον . . εἰς ἀθυμίαν D.23.194; πρὸς ἠέλιον κεφαλήν Od.13.29; πρὸς ὄρος πίονα μῆλα 9.315; πρὸς εὐφροσύναν ἦτορ Pi.I.3.10; τὰς γνώμας πρὸς χρηματισμόν Pl.Ep.355b; also ἐπ' ἐμπορίην θυμόν Hes.Op.646, cf. Pl. Phdr.257b, R.508c; δᾶμον ἐς ἡσυχίαν Pi.P.1.70; ἐπ' ἐχθροῖς χεῖρα S.Aj.772; κατὰ πληθὺν τ. θυμόν Il.5.676; ἀντίον Ζεφύρου πρόσωπον Hes.Op.594: with Advbs., πάντων ὁμόσε στόματ' ἔτραπε Il.12.24; οὐκ οἶδ' ὅποι χρὴ . . τ. ἔπος S.Ph.897; ἐνταῦθα σὴν φρένα E.IT1322; τὴν διάνοιαν ἄλλοσε Pl.R.393a; ἐκεῖσε τ. τὰς ἡδονάς Id.Lg.643c; ἐπὶ τὴν θεραπείαν τὸν λόγον Sor.2.23: c. inf., σέ . . ἔτραπε . . ὀργὰ παρφάμεν led thee to speak crookedly, Pi.P.9.43:—also in Med., τραπέσθαι τινὰ ἐπί τι Pl.Euthd.303c, cf. Chrm.156c:—Pass., κεῖται ἀνὰ πρόθυρον τετραμμένος Il.19.212.    2 Pass. and Med., turn one's steps, turn in a certain direction, τραφθῆναι ἀν' Ἑλλάδα Od.15.80; τραφθέντες ἐς τὸ πεδίον Hdt. 9.56; ἐς Θήβας ἐτραπόμην Id.2.3; ἐπὶ Προκόννησον, ἐπ' Ἀθηνέων, Id 6.33, 5.57: with Advbs., ἀμηχανεῖν ὅποι τράποιντο which way to turn, A. Pers.459; ἀμηχανῶ . . ὅπᾳ τράπωμαι Id.Ag.1532 (lyr.); πᾷ τις τράποιτ' ἄν; Id.Ch.409 (lyr.); ποῖ τρέψομαι; E.Hipp.1066, cf. X.An.3.5.13; ποῖ χρὴ τραπέσθαι; Lys.29.2: c. acc. cogn., τραπέσθαι ὁδόν take a course, Hdt.1.11, cf. 9.69, Pl.Sph.242b; πολλὰς ὁδοὺς τραπόμενοι κατὰ ὄρη Th.5.10; ἐτρέφθην ἥνπερ ἦν πορεύσιμον E.El.1046.    3 in Pass. and Med. also, turn or betake oneself, εἰς ὀρχηστύν, εἰς ἀοιδήν, Od.1.422, 18.305; ἐπὶ ἔργα Il.3.422, etc.; ἐπ' ἀναιδείην Hom Epigr.14.7; ἐπὶ σωφροσύνην Thgn.379; ἐπὶ ψευδέα ὁδόν Hdt.1.117; ἐπὶ φροντίδας E.IA646; ἐφ' ἁρπαγήν Th.4.104; ἐπ' εἰρήνην X.HG4.4.2; ἐς τὸ μαίνεσθαι S.OC1537; ἐς ἀλκήν Th.2.84; εἰς ἁρπαγὴν ἐπὶ τὰς οἰκίας X.HG6.5.30; κατὰ θέαν τετραμμένοι Th.5.9; πρὸς ἀλκήν Hdt.3.78; πρὸς τὸ κέρδιον τραπείς S.Aj.743; πρὸς λῃστείαν Th.1.5; πρὸς ἄριστον τετρ. Hdt.1.63; πρὸς τὸν πότον Pl.Smp.176a, etc.; also τ. πρός τινα betake oneself, have recourse to him, Cratin.152, X.An.4.5.30, Pl.Prt. 339e; ἐφ' ἱκετείαν τ. τῶν διωκόντων Id.Ap.39a.    4 Pass. and Med., of places, to be turned or look in a certain direction, πρὸς ζόφον Od. 12.81; πρὸς ἄρκτον, πρὸς νότον, etc., Hdt. 1.148, Th.2.15, etc.; also πρὸς τοῦ Τμώλου Hdt.1.84; ἄντ' ἠελίου τετρ. straight towards, Hes. Op.727.    II turn, i. e. turn round or about, πάλιν τρέπειν turn back, ἵππους Il.8.432; τινα ib.399; ὄσσε, δόρυ, 21.415, 20.439; τὰ καλὰ τ. ἔξω turn the best side outmost, show the best side (of a garment), Pi.P.3.83:—Pass., πάλιν ἐτράπετ' Il.21.468; μή τις ὀπίσσω τετράφθω 12.273; c. gen., turn from... υἷος 18.138; ἐτράπετ' αἰχμή the point bent back, like ἀνεγνάμφθη, 11.237; of the sun having passed the meridian, πόστην ἥλιος τέτραπται; Ar.Fr.163, cf. Antig. Mir.60; also of the solstice, ἐπειδὰν ἐν χειμῶνι τράπηται [ὁ ἥλιος] (v. τροπή 1) X.Mem.4.3.8, cf. Pl.Lg.915d; τραπείσης τῆς ὥρας Arist. HA628b26:—intr. in Act., περὶ δ' ἔτραπον ὧραι, v. περιτρέπω 11.    2 τ. τι εἴς τινα turn upon another's head, τ. τὴν αἰτίαν, τὴν ὀργὴν εἴς τινα, Is.8.41, D.8.57; freq. in imprecations, ἐς κεφαλὴν τράποιτ' ἐμοί on my head be it! Ar.Ach.833, cf. Hdt.2.39; εἰς σεαυτὸν τρεπέσθω on your head be it! IG4.444 (Phlius); ἦ κἀπ' ἐμοὶ τρέποιτ' ἂν αἰτίας τέλος; A.Eu.434; κατὰ σεαυτόν νυν τρέπου keep your ills to yourself, Ar.Ach.1019, Nu.1263; πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς τρέψεσθε Lys.8.19.    3 alter, change, φρένας Il.6.61; τὰς γνώμας X.An.3.1.41; [τὸ χρῶμα] Sor.1.35; [τὸ γάλα] ib.92; ἔτραπεν κεῖνον μισθῷ χρυσός Pi.P.3.55; deceive, Archil.166; ἐς κακὸν τ. τινά Pi.P.3.35; ἅττ' ἂν ὑμεῖς ἐξαμάρτητ' ἐπὶ τὸ βέλτιον τρέπειν Ar.Nu.589 (troch.); ἐς γέλων τὸ πρᾶγμ' ἔτρεψας Id.V.1261, cf. Hdt.7.105, etc.: Med., πρὸς τὰς ξυμφορὰς τὰς γνώμας τρέπεσθαι shift their views, Th.1.140, cf. Plu. 2.71e, etc.:—Pass., to be changed, τρέπεται χρώς Il.13.279, cf. Od. 21.413, Hes.Op.416; τὴν χρόαν τρέπεσθαι, of animals, Plu.2.51d; τῷ χρώματι τρεπομένας, of women, Sor.1.35 (so abs., of a man, Id.Vit.Hippocr.5); ὁ οὕτω τρεπόμενος σφυγμός Gal.18(2).40; τρέπεται νόος Od.3.147; νόος ἐτράπετ' 7.263; Διὸς ἐτράπετο φρήν Il.10.45; τράπομαι καὶ τὴν γνώμην μετατίθεμαι Hdt.7.18; ὁρῶν αὐτοὺς τετραμμένους seeing that they had changed their minds, Id.9.34, cf. Th.4.106; ἐπὶ τὰ βελτίω τρέπου Ar.V.986: c. inf., κραδίη τέτραπτο νέεσθαι Od.4.260; ἐτράποντο . . τῷ δήμῳ . . τὰ πράγματα ἐνδιδόναι Th. 2.65: c. acc. cogn., πλείους τραπόμενος τροπὰς τοῦ Εὐρίπου Aeschin. 3.90; οἶνος τρέπεται the wine turns, becomes sour (v. τροπίας), S.E. P.1.41; ἡ ξανθὴ χολὴ . . εἰς τὸν ἰώδη τρέπεται χυμόν Gal.16.534; ἡ ἀδελφὴ ἐπὶ τὸ κομψότερον ἐτράπη has taken a turn for the better, POxy.935.5 (iii A. D.); ἐπὶ τὸ ῥᾷον ἔδοξεν τετράφθαι ib.939.17 (iv A. D.); τοῦ πατρὸς ἡμῶν εἰς ἄπορον τραπέντος having become destitute, PMeyer 8.14 (ii A. D.):—intr. in Act., τοῦ ἄρχοντος τρέποντος εἰς δεσπότην Ph.2.562.    III turn or put to flight, rout, defeat, τρέψω δ' ἥρωας Ἀχαιούς Il.15.261; ἔτρεψε φάλαγγας Tyrt.12.21, cf. Pi.O.10 (11).15, Hdt.1.63, 4.128, Th.1.62, 4.25,33, etc.; in full, φύγαδε τ. Il.8.157; εἰς φυγὴν ἔτρεψε τοὺς ἑξακισχιλίους X.An.1.8.24; τρέψαι καὶ ἐς φυγὴν καταστῆσαι Th.7.43 (but ἔτρεψαν ἐς φυγὴν πόδα they fled, E.Supp.718):—Med., pres., X.An.5.4.16, J.AJ13.2.4, Plu.Cam.29: fut., Ar.Eq.275 (troch.): aor. 1, E.Heracl.842, X.An.6.1.13:—Pass., to be put to flight, aor. 2 ἐτράπην A.Pers.1029 (lyr.), X.Cyr.5.4.7 (v.l. ἐτράποντο), etc.: also aor. 1 ἐτρέφθην Id.An.5.4.23, HG3.4.14, Cyn.12.5: aor. 2 Med. ἐτραπόμην Hdt.1.80, 9.63, etc.; ἐς φυγὴν τραπέσθαι Id.8.91, Th.8.95; τραπόμενοι κατέφυγον Id.4 54; φυγῇ ἄλλος ἄλλῃ ἐτράπετο X.An.4.8.19; ἐτράποντο φεύγειν Plu.Lys. 28, Caes.45: rarely in pf. Pass., τετραμμένου φυγᾷ γένους A.Th.952 (lyr.):—also intr. in Act., φύγαδ' ἔτραπε Il.16.657 (unless it governs δίφρον).    IV turn away, keep off, οὐκ ἄν με τρέψειαν ὅσοι θεοί εἰσ' ἐν Ὀλύμπῳ 8.451; τ. τινὰ ἀπὸ τείχεος 22.16; ἑκάς τινος Od.17.73 (Med.); τῇ . . νόον ἔτραπεν 19.479: abs., ἀλλὰ Ζεὺς ἔτρεψε Il.4.381; of weapons, βέλος . . ἔτραπεν ἄλλῃ 5.187; ἀπὸ ἔγχεος ὁρμὴν ἔτραπε Hes. Sc.456.    V overturn, εὐτυχοῦντα μὲν σκιά τις ἂν τρέψειεν A.Ag. 1328 (s. v.l.); τ. ἄνω κάτω Id.Fr.311.    VI turn, apply, τ. τι ἐς ἄλλο τι Hdt.2.92; τὰς ἐμβάδας ποῖ τέτροφας; what have you done with your shoes? Ar.Nu.858; τὸν μόναυλον ποῖ τέτροφας; Anaxandr. 51:—Pass., ποῖ τρέπεται . . τὰ χρήματα; Ar.V.665 (anap.).

German (Pape)

[Seite 1136] ion. τράπω, Her., fut. τρέψω, aor. ἔτρεψα; aor. pass. ἐτρέφθην, ion. u. ep. ἐτράφθην, Od. 15, 80 u. oft Her.; aor. II, act. bei Hom. ἔτραπον, Il. 16, 657 intransitiv gebraucht; med. ἐτραπόμην gebräuchlicher; aor. II. pass. ἐτράπην, conj. τραπείομεν = τραπῶμεν, Od. 8, 292 (?s. τέρπω); perf. act. τέτροφα, auch τέτραφα, Din. 1, 108 u. Sp.; perf. pass. τέτραμμαι, Hom. τετραμμένος u. imperat. τετράφθω, Il. 12, 273, u. vom plusqpf. 3. P. sing. τέτραπτο u. plur. τετράφατο, Il. 10, 189, wie τετράφαται Theogn. 42, auch Plat. Rep. VII, 533 b, s., ἐπιτρέπω; – drehen; – 1) wenden, kehren, übh. eine gewisse Richtung geben; πάλιν τρέπε μώνυχας ἵππους, Il. 8, 432, er lenkte sie zurück; πάλιν τρέπεν ὄσσε, 13, 3, vgl. 20, 439. 21, 415; ὀπίσσω τρέπεσθαι, 12, 273; u. mit dem gen., πάλιν τρέπεσθαί τινος, 18, 138; ἐς Τροίην δ' οὐ πάμπαν ἔτι τρέπεν ὄσσε, 13, 7; πολλὰ πρὸς ἠίλιον κεφαλὴν τρέπε, Od. 13, 29, u. so öfter mit εἰς und πρός; auch τρέψας πὰρ ποταμόν, Iliad. 21, 603; ἐπί τινι, 13, 542; ἐπί τι, Hes. O. 848; ἀντίον τινός, 596; τρέπειν τινὰ εἰς εὐνήν, Einen zu Bette gehen lasien, Od. 4, 294; πρὸς ὄρος τρέπε πίονα μῆλα, 9, 315, er trieb sie; – pass. sich wenden; ἐπὶ ἔργα, sich zum Geschäft wenden, an die Arbeit gehen, U. 3, 422. 23, 53; vgl. Hes. O. 318; εἰς ὀρχηστύν, εἰς ἀοιδήν, Od. 1, 422. 18, 304; πρὸς εὐφροσύνην τρέψαι, Pind. I. 3, 10; πρὸς ἁσυχίαν τετραμμένος, Ol. 4, 16; ἐς γέλωτα, Her. 7, 105; πρὸς ἀλκήν, 3, 78. 4, 125 u. sonst; ἀντ' ἠελίοιο τετραμμένος, gegen die Sonne gewandt, Hes. O. 729; ἔξω τοῦ ἄστεος τετραμμένος, Her. 2, 181; τραφθέντες ἐς τὸ πεδίον, 9, 56; τράπωνται τὴν ἄνω ὁδόν, sie schlagen den Weg ein, 5, 15, wie ὁποτέρην βούλεαι τραπέσθαι, 1, 11; vgl. Plat. Soph. 242 b; und geistig, πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ μᾶλλον τετραμμένος ἦν, Her. 4, 78; – αἰχμὴ ἐτράπετο, die Lanzenspitze wandte sich, bog sich um, Il. 11, 237; – Ζεῦ, τρέψον εἰς ἐχθροὺς βέλος, Aesch. Spt. 237; – τους δ' ἄνω τρέπων ἔσφαζε, Soph. Ai. 291; οὐκ οἶδ' ὅποι χρὴ τἄπορον τρέπειν ἐπος, Phil. 885; ἐπ' ἐχθροῖς χεῖρα φοινἰαν τρέπειν, Ai. 759; μόλις ἔτρεψεν εἰς φυγὴν πόδα, Eur. Suppl. 718; μὴ ἐνταῦθα τρέψῃς σὴν φρένα, I. T. 1322; τρέπειν τὰ ἐξημαρτημένα ἐπὶ τὸ βέλτιον, Ar. Nuhb. 580; ἐς γέλων τὸ πρᾶγμα τρέπειν, Vesp. 1261; vgl. Thuc. 6, 35; ποῖ τέτροφας τὰς ἐμβάδας, Ar. Nubb. 848; τὸ πρὸς Νότον τετραμμένον, Thuc. 2, 15; ἐκεῖσε τὰς ἡδονὰς καὶ ἐπιθυμίας τῶν παίδων, Plat. Legg. I, 643 c, u. oft (s. auch unten); τὸν ἄνθρωπον ὡρμηκότα φίλον εἶναι εἰς ἀθυμίαν τρέψομεν, Dem. 23, 194. – Bes. 2) in die Flucht wenden, schlagen; Il. 15, 261; Her. 1, 63. 4, 128; vollständig, τρέπειν φύγαδε, Il. 8, 157; auch intr., φύγαδ' ἔτραπε, 16, 657; τρέψαντες ἀπέκτειναν ὑπὲρ χιλίους, Thuc. 4, 25, u. oft. Später gew. τρέπειν ἐς φυγήν, u. pass. τραπῆναι φογῇ, ἐς φυγήν, in die Flucht geschlagen werden; τρεφθείς Xen. Cyn. 12, 5; Pol. oft u. a. Sp.; mad. τραπέσθαι, sich zur Flucht wenden, fliehen, Her. 1, 80. 5, 64, ἐς φυγήν, 8, 91; τετραμμένον παντρόπῳ φυγᾷ γένους, Aesch. Spt. 936; τραπέντα ναύφρακτον ὅμιλον ἐρεῖς; Pers. 986; ἐτράποντο οἱ πολέμιοι, Thuc. 4, 44. Aber der aor. I. med. wird in akt, Bdtg gebraucht, τρέψασθαι, Einen von sich abwenden u. in die Flucht schlagen, Ar. Equ. 275; Xen. An. 5, 4, 16. 6, 1, 13 u. öfter, wie Pol. 1, 17, 10 u. sonst. – Umstürzen, εὐτοχοῦντα μὲν σκιά τις ἂν τρέψειεν, Aesch. Ag. 1301 u. A.; – abwenden, abhalten, τῇ γὰρ Ἀθηναίη νόον ἔτραπεν, Od. 19, 479; Il. 8, 451; ἀπό τινος, 22, 16; ἑκάς τινος, Od. 17, 73; verhindern, verhüten, Il. 4, 381. 5, 187; Hes. Sc. 456; u. übh. anders wenden, ändern, verändern, ἔτραπεν κεῖνον χρυσός, Pind. P. 3, 55. – Pass. sich ändern, τρέπεται χρώς, die Farbe wechselt, ändert sich, von Einem, der erblaßt, Il. 13, 279. 284. 17, 733 Od. 21, 412; Hes. O. 418; τρέπεται νόος, φρήν, θυμός, der Sinn ändert sich, Od. 3, 147. 7, 263 Il. 10, 45. 17, 546; absolut, τράπομαι, ich ändere meine Meinung, Her. 6, 18; dah. τετραμμένος, ein Umgewandter, der seinen Sinn geändert hat, 9, 34; auch κραδίη τέτραπτο νέεσθαι, Od. 4, 260; ἐπὶ τὰ βελτίω τρέπω, Ar. Vesp. 986; vgl. τὴν διάνοιαν ἄλλοσε τρέπειν, Plat. Rep. III, 393 a; ἐνταῦθα τὸν νοῦν τρέποντες, Mener. 248 c; γνώμας, Xen. An. 3, 1, 41, u. Folgde; οἰνος τρέπεται, der Wein schlägt um, S. Emp. pyrrh. 1, 41. – Uebertr. im med. sich auf Etwas hinrichten, ὥςτ' ἀμήχανον ὅποι τράποιντο, Aesch. Pers. 451; Ag. 1514; ὅταν τις εἰς τὸ μαίνεσθαι τραπῇ, Soph. O. C. 1537; πρὸς τὸ κέρδιστον τραπεὶς γνώμης, Ai. 730; ποῖ τράπωμαι, Rur. Hec. 1099 und oft; οἷ πρῶτά με ἐδει τραπέσθαι, Ar. Ran. 37; bes. seine Aufmerksamkeit auf Etwas hinrichten, worauf merken, sich womit beschäftigen, μὴ 'πὶ φροντίδας τρέποο, Eur. I. A. 646; πρὸς χεροὺς τραπώμεθα, Herc. F. 751; πρὸς λῃστείαν, Thuc. 1, 5; πρὸς πόλεμον, 5, 114; ἐφ' ἁρπαγήν, 4, 104; πρὸς θεραπείαν τῶν φοομένων ἅπασαι τετράφαται, Plat. Rep. VII, 533 b; ἐπὶ γεωργίας τρέπονται, Legg. III, 680 e; πρὸς τὸ δεῖπνον, Conv. 175 e. Auch in der Bdtg des act., ἐπὶ τὸ ἐπαινεῖν αὐτὼ ἐτραπόμην, Plat. Euthyd. 303 c; τρέψεται τὸν λόγον ἐπ' ἐκεῖνον, Is. 5, 3; ἐφ' ὰρπαγήν, Xen. An. 7, 1, 18; ἐπὶ ῥᾳθομίαν, 2, 6, 5; ἐπἱ ἓν ἔργον, Cyr. 2, 1, 21; Folgde; πρὸς ὕβριν τραπόμενοι, Luc. D. D. 18, 2.

Greek (Liddell-Scott)

τρέπω: μέλλ. τρέψω, ἀόρ. α´ ἔτρεψα· πλὴν τοῦ ἀορ. α´ ὁ Ὅμ. συχνάκις ἔχει ἀόρ. β´ ἔτρᾰπον (ἐνίοτε καὶ ἀμεταβάτως, Ἰλ. Π. 657)· πρκμ. τέτροφα Ἀριστοφ. Νεφ. 858, Ἀναξανδρίδης ἐν «Φιαληφόρῳ» 1, (ἀνα-), Σοφ. Τρ. 1008, Ἀνδοκ. 17, 15· μετέπειτα τέτρᾰφα Δείναρχ. 104. 7, (ἀνα-) Δημ. 324. 27, Αἰσχίν. 27. 4., 76. 12 (ἡμαρτημένως κατὰ τὸν Cobet. V. LL. 251)· ‒ Μέσ., μέλλ. τρέψομαι Ἡρόδ. 1. 97, Εὐρ., κτλ.· ἀόρ. ἐτρεψάμην Ὅμ., Ἀττ.· ὡσαύτως ἀόρ. β´ ἐτραπόμην Ὅμ. (ἐν χρήσει καὶ ἐπὶ παθ. σημασίας Ἰλ. Ζ. 64, Ξ. 447, καὶ ἅπαξ παρ᾿ Ἀττ. (ἀν-) Πλάτ. Κρατ. 395D)· προστ. τραποῦ Ἀριστοφ. Βάτρ. 1248· πρκμ., ἴδε κατωτ. ‒ Παθ., μέλλ. τρᾰπήσομαι Πλουτ. Νικ. 21, κτλ.· ὡσαύτως τετράψομαι (ἐπι-) Πεισίστρ. παρὰ Διογ. Λ. 1. 6· ἀόρ. ἐτρέφθην Ἀττ. (ἀλλὰ μόνον ἅπαξ παρὰ Τραγ., Εὐρ. Ἠλ. 1046), Ἰων. τραφθῆναι Ὀδ. Ο. 80· Ἡρόδ.· ἀόρ. β´ ἐτράπην [ᾱ] Ἀττ., Ἐπικ. α´ πληθ. ὑποτ. τραπείομεν ἀντὶ τραπῶμεν Ὀδ. Θ. 292· πρκμ. τέτραμμαι, γ´ πληθ. τετράφαται Θέογν. 42, Πλάτ. Πολ. 335Β, πρβλ. Β. 25· γ´ ἑνικ. προστ. τετράφθω Μ. 273· μετοχ. τετραμμένος, συχν. παρ᾿ Ὁμ. καὶ Ἡσ.· ὑπερσ. παθ., Ἐπικ. γ´ ἑνικ. τέτραπτο, Ὅμ.· γ´ πληθ. τετράφατο Ἰλ. Κ. 189. ‒ Ἐκ τοῦ ἀορ. β´ ἐσχηματίσθη ὁ ἐνεστ. ἐπιτρᾰπέουσι, Κ. 421, πρβλ. τραπητέον. ‒ Οἱ Ἰωνικοὶ τύποι οἱ ἐν χρήσει εἶναι: ἐνεστ. ἐνεργ. καὶ παθ. τράπω, τράπομαι, γ´ ἑνικ. παρατ. τράπεσκε Δ. 128· παθ. ἀόρ τραφθείς· ἀλλὰ τὸν μέλλ. ἐπιτράψομαι (Γ. 155), καὶ ἀόρ. ἐπέτραψε (Δ. 202) ἀποδοκιμάζει ὁ Δινδ. ἐν Διαλ. Ἡροδ. σ. xliv. ‒ Δωρ. τύποι τράπω, μέλλ. τραψῶ, Ahr. D. Dor. 117. (Ἐκ τῆς √ ΤΡΕΠ παράγονται αἱ λέξεις τροπή, τρόπος, τρόπις· καὶ ἐκ τῆς √ ΤΡΑΠ, τραπεῖν, εὐτράπελος. Ὁ Κούρτ. ἀναφέρει εἰς τὴν αὐτὴν ῥίζαν τὰς λέξ. τραπέω, τροπήιον, Λατ, trap-es, trap-elum, ὡς καὶ τὰ torc-ular, torqu-o, torqu-es, tor(c)-mentum· ὡσαύτως τὸ ἄτρακτος, Σανσκρ. tark-us, καὶ ἴσως τὰ ἀτρεκής, = ἄτροπος· περὶ τῆς μεταβολῆς ταύτης τοῦ χειλεοφώνου π εἰς κ ἴδε Κκ. ΙΙ. 2.) ‒ Στρέφω ἢ διευθύνω πρός τι, Ὅμ., κτλ.· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετὰ προθ., τάςδ᾿ (δηλ. τὰς φύσας) εἰς πῦρ ἔτρεψε Ἰλ. Σ. 469· ὁ δ᾿ ἐς ποταμὸν τρέψε φλόγα παμφανόωσαν Φ. 349· ἀλλ᾿ ἄγετ᾿ εἰς εὐνὴν τράπεθ᾿ ἡμέας, βάλετέ μας νὰ κοιμηθῶμεν, Ὀδ. Δ. 294· τρ. θυμὸν εἰς ἔργον Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 314· βέλος εἰς ἐχθροὺς Αἰσχύλ. Θήβ. 255· πόλεις ἐς ὕβριν Θουκ. 3. 39· τὴν πόλιν εἰς ἀθυμίαν Δημ. 685. 12· κεφαλὴν πρὸς ἠέλιον Ὀδ. Ν. 29· πρὸς ὄρος πίονα μῆλα Ι. 315· ἦτορ πρὸς εὐφροσύναν Πινδ. Ι. 3. 16 τὰς γνώμας πρὸς χρηματισμὸν Πλάτ. Ἐπιστ. 355Α· ‒ ὡσαύτως, τρ. θυμὸν ἐπ᾿ ἐμπορίην Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 644· δᾶμον ἐφ᾿ ἁσυχίαν Πινδ. Π. 1. 136, πρβλ. Πλάτ. Φαῖδρ. 257Β, Πολ. 508C· ἐπ᾿ ἐχθροῖς χεῖρα Σοφ. Αἴ. 772· ‒ κατὰ πληθὺν τρ. θυμὸν Ἰλ. Ε. 676· τρ. ἀντίον Ζεφύρου πρόσωπον Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 592 ‒ ὡσαύτως μετ᾿ ἐπιρρημάτων, ὁμόσε τρ. Ἰλ. Μ. 24· οὐκ οἶδ᾿ ὅποι χρή... τρ. ἔπος Σοφ. Φ. 897· ἐνταῦθα σὴν φρένα Εὐρ. Ι. Τ. 1322· ἄλλοσε τὴν διάνοιαν Πλάτ. Πολ. 393Α· ἐκεῖσε τρ. ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 643C· ‒ μετ᾿ ἀπαρεμφ., καὶ γάρ σέ, τὸν οὐ θεμιτὸν ψεύδει θιγεῖν, ἔτραπε μείλιχος ὀργὰ παρφάμεν τοῦτον λόγον, «καὶ γάρ σε, ὃν οὐ θεμιτόν, οὐδὲ δυνατὸν ψεύσασθαι, παρέτρεψεν ὁ προσηνής σου τρόπος, ἐρωτᾶν με περὶ τοῦ Κυρήνης γένους καὶ τῆς μίξεως, καίπερ εἰδότα ἀκριβῶς πάντα» (Σχόλ.), Πινδ. Π. 9. 76· ‒ οὕτω καὶ ἐν τῷ μέσῳ, τρέπεσθαί τινα ἐπί τι Πλάτ. Εὐθύδ. 303C, πρβλ. Χαρμ. 156C. ‒ Παθητ., μετὰ συστοίχ. αἰτιατ., δοκῶ μὲν γὰρ τήνδ᾿, ὦ παῖ, τὴν ὁδὸν ἀναγκαιοτάτην ἡμῖν εἶναι τρέπεσθαι Πλάτ. Σοφιστ. 242Β. 2) Παθητ., στρέφω τὰ βήματά μου, στρέφομαι κατά τινα διεύθυνσιν, τραφθῆναι ἀν᾿ Ἑλλάδα, τραπῆναι ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα, Ὀδ. Ο. 80· ἀνὰ πρόθυρον τετραμμένος Ἰλ. Τ. 212· τραφθέντες ἐς τὸ πεδίον Ἡρόδ. 9. 56· ἐς Θήβας ὁ αὐτ. 2. 3· ἐπὶ Προκόννησον, ἐπ᾿ Ἀθηνέων ὁ αὐτ. 6. 33., 5. 57· ‒ ὡσαύτως μετ᾿ ἐπιρρημάτων, ἀμηχανεῖν ὅποι τράποιντο, κατὰ τίνα διεύθυνσιν νὰ στραφῶσιν, Αἰσχύλ. Πέρσ. 459· ἀμηχανεῖν... ὅποι τράπωμαι ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 1532· πᾶ τις τρέποιτ᾿ ἄν; ὁ αὐτ. ἐν Χο. 409· ποῖ τρέψομαι; Εὐρ. Ιππ. 1066, πρβλ. Ξεν. Ἀνάβ. 3. 5, 13· ποῖ χρὴ τραπέσθαι; Λυσί. 181. 29· ‒ ὡσαύτως, τρέπεσθαι ὀδόν, λαμβάνειν ἢ ἀκολουθεῖν διεύθυνσίν τινα, Ἡρόδ. 1. 11, πρβλ. 9. 69· πολλὰς ὁδοὺς τραπόμενοι κατὰ ὄρη Θουκ. 5. 10· ἐτρέφθην ἥνπερ ἦν πορεύσιμον Εὐρ. Ἠλ. 1046. 3) ἐν τῷ παθ. ὡσαύτως, τρέπομαι εἴς τι, οἱ δ᾿ ὀρχηστύν τε καὶ ἱμερόεσσαν ἀοιδὴν τρεψάμενοι τέρποντο Ὀδ. Α. 422, Σ. 304· ἐπὶ ἔργα Ἰλ. Γ. 422, κλπ.· ἐπὶ ἀναιδείην Ὁμ. Ἐπιγράμμ. 14. 7· ἐπὶ ψευδέα ὁδὸν Ἡρόδ. 1. 117· ἐπὶ φροντίδας Εὐρ. Ι. Α. 646· ἐφ᾿ ἁρπαγὴν Θουκ. 4. 104· ἐς τὸ μαίνεσθαι Σοφ. Ο. Κ. 1537· ἐς ἀλκὴν Θουκ. 2. 84· εἰς ἁρπαγὴν ἐπὶ τὰς οἰκίας Ξεν. Ἑλλ. 6. 5, 30· κατὰ θέαν τετραμμένοι Θουκ. 5. 9· πρὸς ἀλκὴν Ἡρόδ. 3. 78· πρὸς τὸ κέρδιστον Σοφ. Αἴ. 743· πρὸς λῃστείαν Θουκ. 1. 5· πρὸς ἄριστον τετρ. Ἡρόδ. 1. 63· πρὸς τὸν πότον Πλάτ. Συμπ. 176Α, κλπ.· ‒ ὡσαύτως, τρ. πρός τι, τρέπομαι, καταφεύγω πρός τι, μισεῖς γὰρ τὰς γυναῖκας, πρὸς παιδικὰ δὲ τρέπει νῦν Κρατῖνος ἐν «Πανόπταις» 5, Ξεν. Ἀν. 4. 5, 20, Πλάτ. Πρωτ. 339Ε· οὕτως, ἐφ᾿ ἱκετείαν τρ. τῶν διωκόντων ὁ αὐτ. ἐν Ἀπολ. 39Α. κλπ. 4) ἐν τῷ παθητ. καὶ μέσῳ, ἐπὶ τόπων, εἶμαι ἐστραμμένος κατά τινα διεύθυνσιν, βλέπω πρός τι, Λατ. spectare ἢ vergere in…, μέσσῳ δ᾿ ἐν σκοπέλῳ ἐστὶ σπέος… πρὸς ζόφον εἰς Ἔρεβος τετραμμένον Ὀδ. Μ. 81· πρὸς ἄρκτον, πρὸς ζέφυρον ἄνεμον, πρὸς νότον Ἡρόδ. 1. 148, Θουκ. 2. 15, κλπ.· ὡσαύτως, πρὸς τοῦ Τμώλου Ἡρόδ. 1. 84, πρβλ. 3. 101· καὶ τἀνάπαλιν, ἔξω τοῦ ἄστεος τετρ. ὁ αὐτ. 2. 181· ἀντ᾿ ἠελίοιο τετρ., κατ᾿ εὐθεῖαν πρός..., Ἡσιόδ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 725. II. στρέφω, ὡς ἄρα φωνήσασα πάλιν τρέπε μώνυχας ἵππους Ἰλ. Θ. 432· πάλιν τρέπειν, στρέφειν πρὸς τὰ ὀπίσω, πάλιν τρέπε μηδ᾿ ἔα ἄντην ἔρχεσθ᾿ αὐτόθι 399· πάλιν τρέπε ὄσσε φαεινὼ Φ. 415· δόρυ... πάλιν ἔτραπε Υ. 439· τὰ καλὰ τρ. ἔξω, στρέφειν πρὸς τὰ ἔξω, ἐπιδεικνύειν τὸ κάλλιστον μέρος (τῆς ἐσθῆτος), Πινδ. Π. 3. 149, πρβλ. Θεοφρ. Χαρ. 22. ‒ Παθ., πάλιν τρέπεσθαι Ἰλ. Φ. 468· ὀπίσσω τρέπεσθαι Μ. 273· ὡσαύτως μετὰ γενικ., μεταστρέφομαι, στρέφω ἐμαυτὸν ἀπό τινος, ὡς δ᾿ ἄρα φωνήσασα, πάλιν τράπεθ᾿ υἷος ἑῆος, «οὕτω δὴ εἰποῦσα ἐτράπη εἰς τοὐπίσω τοῦ ἑαυτῆς υἱοῦ» (Θ. Γαζῆς), Σ. 138· αἰχμὴ τράπετο, ἐκάμφθη πρὸς τὰ ὀπίσω, ὡς τὸ ἀνεγνάμφθη, Λ. 237· ἐπὶ τοῦ ἡλίου ὑπερβάντος τὸν μεσημβρινόν, πόστην ἥλιος τέτραπται; Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 210· ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ ἡλιοστασίου, ἐπειδὰν ἐν χειμῶνι τράπηται ἥλιος (ἴδε τροπὴ Ι), Ξεν. Ἀπομν. 4. 3, 8. πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 915D· τραπείσης τῆς ὥρας Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 41, 16· ‒ οὕτως ἀμεταβ. ἐν τῷ ἐνεργ., περὶ δ᾿ ἔτραπον ὧραι Ἡσ. Θ. 58. 2) τρ. τι ἔς τινα, τρέπω τι ἐναντίον τινός, τρ. τὴν αἰτίαν, τὴν ὀργὴν εἴς τινα Ἰσαῖ. 73. 37, Δημ. 103. 25· συχνὸν ἐπὶ καταρῶν, ἐς κεφαλὴν τρέποιτ᾿ ἐμοί, ἂς πέσῃ εἰς τὸ κεφάλι μου! Ἀριστοφ. Ἀχ. 833, πρβλ. Ἡρόδ. 2. 39· οὕτως, ἐπ᾿ ἐμοὶ τρέποιτ᾿ ἂν αἰτίας τέλος Αἰσχύλ. Εὐμ. 434· κατὰ σεαυτοῦ νῦν τρέπου Ἀριστοφ. Ἀχ. 1019, Νεφ. 1263· τρέψεσθε εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς Λυσί. 114. 10. 3) τρέπω κατά τινα διεύθυνσιν, τῇ γὰρ Ἀθηναίη νόον ἔτραπεν Ὀδ. Τ. 479· ὡς εἰπὼν ἔτρεψεν ἀδελφειοῦ φρένας ἥρως, αἴσιμα παρειπών, «παρέτρεψε, παρέπεισεν» (Σχόλ.), Ἰλ. Ζ. 61· τὰς γνώμας Ξεν. Ἀνάβ. 3. 1, 41· ἔτρεπεν κεῖνον μισθῷ Πινδ. Π. 3. 97· ὡσαύτως ἐπὶ πραγμάτων, ἐς κακὸν τρ. τι αὐτόθι 63· τι ἐπὶ τὸ βέλτιον Ἀριστοφ. Νεφ. 589· ἐς γέλων τρ. τὸ πρᾶγμα ὁ αὐτ. ἐν Σφ. 1261, πρβλ. Ἡρόδ. 7.105, κλπ. - Μέσ., πρὸς τὰς ξυμφορὰς τὰς γνώμας τρέπεσθαι Θουκ. 1. 140, πρβλ. Πλούτ. 2. 51C, 71Ε, κλπ. - Παθητ., μεταβάλλομαι, τρέπεται χρὼς Ἰλ. Ν. 279, Ὀδ. Φ. 413, κλπ.· τρέπεται νόος Γ. 147· νόος ἐτράπετ’ Η. 263· Διὸς ἐτράπετο φρὴν Ἰλ. Κ. 45· τράπομαι καὶ τὴν γνώμην μετατίθεμαι Ἡρόδ. 7. 18· τετραμμένος, ὁ μεταβαλὼν τὴν γνώμην, ὁ αὐτ. 9. 34, Θουκ. 4. 106· ἐπὶ τὰ βελτίω τρέπου Ἀριστοφ. Σφ. 986· - μετ’ ἀπαρεμφ., κραδίη τέτραπτο νέεσθαι Ὀδ. Δ. 260· ἐτράποντο... τῷ δήμῳ... τὰ πράγματα ἐνδιδόναι Θουκ. 2. 65· καὶ μετὰ συστοίχ. αἰτ., πλείους τρεπόμενος τροπὰς τοῦ Εὐρίπου Αἰσχίν. 66. 27· - οἶνος τρέπεται, ὁ οἶνος μεταβάλλεται, γίνεται ὄξινος, ξινίζει (ἴδε τροπίας), Σέξτ. Ἐμπ. π. ΙΙ. 1. 41. ΙΙΙ. τρέπω εἰς φυγήν, νικῶ, κατατροπώνω, τρέψω δ’ ἥρωας Ἀχαιοὺς Ἰλ. Ο. 261· ἔτρεψε φάλαγγας Τυρταῖ. 9. 21, πρβλ. Πινδ. Ο. 11. 19, Ἡρόδ. 1. 63., 4. 128, Θουκ., κλπ.· πλῆρες: ὡς ἄρα φωνήσας φύγαδ’ ἔτραπε μώνυχας ἵππους αὖτις ἀν’ ἰωχμὸν Ἰλ. Θ. 157· τρ. εἰς φυγήν, Λατ. convertere in fugam Εὐρ. Ἱκ. 718, Ξεν., κλπ.· τρέψαι καὶ ἐς φυγὴν καταστῆσαι Θουκ. 7. 43· - οὕτως ἐν τῷ μέσ. ἀορ. α΄, ἀπομακρύνω ἐχθρόν τινα ἀπ’ ἐμαυτοῦ, τρέπω αὐτὸν εἰς φυγήν, Εὐρ. Ἡρακλ. 842, Ξεν. Ἀν. 5. 4, 16., 6. 1, 13· ἐν τῷ μέσ. μέλλ. Ἀριστοφ. Ἱππ. 276. - Παθ., τρέπομαι εἰς φυγήν, ἡττῶμαι ἐν τῷ ἀορ. β΄ τραπῆναι, Αἰσχύλ. Πέρσ. 1027, Ξεν., κλπ.· ὡσαύτως ἐν τῷ ἀορ. α΄ τρεφθῆναι, ὁ αὐτ. ἐν Ἀν. 5.4, 23, Ἑλλ. 3. 4, 14, Κυν. 12, 5· καὶ ἐν τῷ μέσ. ἀορ. β΄ τραπέσθαι, Ἡρόδ. 1. 80., 9. 63, κτλ.· ἐς φυγὴν τραπέσθαι Ἡρόδ. 8. 91, Θουκ. 8. 95· τραπόμενοι κατέφυγον ὁ αὐτ. 4. 54, Ξυν.· φυγῇ ἄλλος ἄλλῃ ἐτράπετο Ξεν. Ἀν. 4. 8, 19· ἐτράποντο φεύγειν Πλουτ. Λουσ. 28, Καῖσ. 45· σπανίως ἐν τῷ παθ. πρκμ., τετραμμένος φυγᾷ Αἰσχύλ. Θήβ. 955· ἐν τῷ ἐνεστ., Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 13. 2, 4, Πλουτ. Κάμιλλ. 29· - ὡσαύτως ἀμετάβ. ἐν τῷ ἐνεργ., φύγαδ’ ἔτραπε Ἰλ. Π. 657· IV. ἀποτρέπω, ἐμποδίζω, κωλύω, οὐκ ἄν με τρέψειαν ὅσοι θεοί εἰσ’ ἐν Ὀλύμπῳ Ἰλ. Θ. 451· τρ. τινὰ ἀπὸ τείχεος Χ. 16· ἑκάς τινος Ὀδ. Ρ. 73· ἀπολ., ἀλλὰ Ζεὺς ἔτρεψε Ἰλ. Δ. 381· ἐπὶ ὅπλων, βέλος... ἔτραπεν ἄλλῃ Ε. 187· ἔγχεος ὁρμὴν ἔτραπε Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 456. V. ὡς τὸ ἀνατρέπω· εὐτυχοῦντα μὲν σκιά τις ἂν τρέψειεν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1328· ἄνω κάτω τρ. ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 309. 8. VI. μετατρέπω, ἐφαρμόζω, προσαρμόζω, χρησιμοποιῶ, τρ. τι ἐς ἄλλο τι Ἡρόδ. 2, 92· ποῦ τέτροφας τὰς ἐμβάδας; «τί ἔκαμες τὰς ἐμβάδας σου;» Ἀριστοφ. Νεφ. 858· τὸν ἐμὸν μόναυλον ποῦ τέτροφας; τί τὸν ἔκαμες; Ἀναξανδρίδης ἐν «Φιαληφόρῳ» 1. - Παθ., ποῦ τρέπεται... τὰ χρήματα; Ἀριστοφ. Σφ. 665.

French (Bailly abrégé)

f. τρέψω, ao. ἔτρεψα, ao.2 ἔτραπον, pf. τέτροφα ou τέτραφα;
Pass. ao. ἐτρέφθην, ao.2 ἐτράπην, pf. τέτραμμαι;
I. tr. tourner :
1 tourner, diriger : πρὸς ἠέλιον κεφαλήν OD tourner la tête vers le soleil ; πρὸς ὄρος μῆλα OD mener paître les troupeaux vers la montagne ; ἐπ’ ἐχθροῖς χεῖρα SOPH tourner sa main contre ses ennemis ; Pass. être tourné vers ; εἰς τὸ πεδίον HDT se diriger dans la plaine ; ἐπὶ Ἀθηνέων HDT se diriger vers le territoire d’Athènes ; en parl. de lieux être tourné ou dirigé, avec πρός ou εἰς et l’acc.;
2 faire tourner, faire évoluer dans un autre sens, acc. ; Pass. ἥλιος ἐπειδὰν τράπηται XÉN après que le soleil s’est tourné (en hiver) ; abs. faire se retourner, faire tourner le dos : ἐς φυγὴν τρ. XÉN, τρέπειν φυγάδε IL ou simpl. τρέπειν mettre en fuite ; Pass. τρ. φυγᾷ ESCHL, ἐς φυγὴν τρ. HDT être mis en fuite, s’enfuir;
3 détourner, écarter, éloigner, acc. ; ἀπό τινος éloigner de qch ; abs. préserver;
4 changer, transformer, altérer, dénaturer : χρώματα PLUT des couleurs ; τρέπεται χρώς IL, OD la couleur change ; fig. τρέπειν φρένας IL, τὰς γνώμας XÉN changer les sentiments, les résolutions ; Pass. être changé, être transformé : τετραμμένος HDT dont les sentiments sont changés ; avec un inf. : être converti à la pensée de;
II. intr. tourner le dos : φυγάδε IL pour s’enfuir;
Moy. τρέπομαι (f. τρέψομαι, ao. ἐτρεψάμην, ao.2 ἐτραπόμην);
I. tr. faire se retourner, mettre en fuite, d’ord. à l’ao.2 ; fig. faire changer d’avis, acc.;
II. intr.
1 se tourner, se diriger, avec ἐς et l’acc. : τρέπεσθαι ὁδόν HDT se diriger par un chemin, prendre un chemin ; τρ. πρός τινα XÉN se diriger vers qqn, aller rendre visite à qqn ; ἀμηχανεῖν ὅποι τράποιντο ESCHL ne savoir de quel côté se tourner ; τρέπεσθαι πρὸς τὴν ἀμείνω (s.e. ὁδόν) HDT se tourner vers le bon chemin, prendre le meilleur parti ; fig. τρέπεσθαι ἐπὶ ἔργα IL se mettre à l’œuvre ; ἐφ’ ἁρπαγήν XÉN se mettre à piller ; εἰς ὀρχηστὺν καὶ ἀοιδήν OD se tourner vers la danse et le chant ; πρὸς λῃστείαν THC s’adonner au brigandage ; Pass. se trouver tourné vers, avoir une tendance vers ; ἐπὶ τὴν εἰρήνην XÉN se tourner vers la paix, soupirer après la paix ; ἐπὶ πολλὰ λέγοντας THC avoir du goût pour ceux qui parlent beaucoup ; avec un inf. : s’appliquer à;
2 à l’ao.2 tourner le dos, s’enfuir.
Étymologie: R. Τραπ, tourner ; cf. τροπή, τρόπος, lat. torqueo, etc.

English (Autenrieth)

fut. τρέψω, aor. ἔτρεψα, τρέψα, aor. 2 ἔτραπον, τράπον, mid. aor. 1 part. τρεψάμενος, aor. 2 (ἐ)τραπόμην, pass. perf. τέτραμμαι, imp. τετράφθω, part. τετραμμένος, plup. 3 pl. τετράφαθ, aor. inf. τραφθῆναι: turn, so as to alter the direction more or less.—I. act., turn, direct; τὶ ἔς τι, πρός, παρά, κατά, ἀνά τι, etc., pass., Il. 14.403; of guiding or leading one to a place, Od. 4.294, Od. 9.315; turning missiles aside, horses to flight, Il. 5.187, Il. 8.157, and without ἵππους, Il. 16.657; esp., of turning, ‘routing’ an enemy, Il. 15.261; metaph., νόον, θῦμόν, Il. 5.676.—With πάλιν, turn about or around, ὄσσε, ‘avert’ the eyes, Il. 13.3 ; ἵππους, Il. 8.432; met., φρένας τινός, Il. 6.61.—II. mid., intrans., turn oneself, with direction specified by preposition or adv., as above; metaph., τραπέσθαι ἐπὶ ἔργα, Γ , Od. 1.422; of motion to and fro (versari), τραφθῆναι ἀν' Ἑλλάδα, ‘wander up and downthrough Hellas, Od. 15.80; met., change, τρέπεται χρώς, Il. 13.279; τράπετο νοός, φρήν, κραδίη τέτραπτο, Il. 17.546, Κ , Od. 4.260.

English (Slater)

τρέπω (aor. 1, ἔτρεψεν; τρέψαις, -αντες; τρέψαι: aor. 2, (ἔ)τραπε(ν); τράποι: aor. med. 2, τράποιο: pass. pf. τέτραπται; τετραμμένον.)
   1 turn
   a turn back, put to flight ὅτ' ἀλκάεντας Δαναοὺς τρέψαις ἁλίαισιν πρύμναις Τήλεφος ἔμβαλεν (O. 9.72) τράπε δὲ Κύκνεια μάχα καὶ ὑπέρβιον Ἡρακλέα (O. 10.15) παῦροι δὲ βουλεῦσαι φόνου παρποδίου νεφέλαν τρέψαι ποτὶ δυσμενέων ἀνδρῶν στίχας χερσὶ καὶ ψυχᾷ δυνατοί (N. 9.38)
   b turn, met. τὰ καλὰ τρέψαντες ἔξω i. e. so as to conceal what is bad (P. 3.83)
   c turn, guide, lead c. πρὸς, ἐς; inf., met. σύν τοι τίν κεν ἁγητὴρ ἀνὴρ δᾶμον γεραίρων τράποι σύμφωνον ἐς ἡσυχίαν (P. 1.70) ἐς κακὸν τρέψαις ἐδαμάσσατό νιν (P. 3.35) ἔτραπεν καὶ κεῖνον ἀγάνορι μισθῷ χρυσὸς ἄνδρ' ἐκ θανάτου κομίσαι (P. 3.55) “καὶ γὰρ σέ ἔτραπε μείλιχος ὀργὰ παρφάμεν τοῦτον λόγον” (P. 9.43) ἔστι δὲ καὶ διδύμων ἀέθλων Μελίσσῳ μοῖρα πρὸς εὐφροσύναν τρέψαι γλυκεῖαν ἦτορ (I. 3.10) also med., ἀπήμονα εἰς ὄλβον τινὰ τράποιο Θήβαις, ὦ πότνια, πάγκοινον τέρας (Sylburg: τρόποιο codd. Dion. Hal.) (Pae. 9.9)
   d pass., turn one's steps to, met. νιν αἰνέω πρὸς ἡσυχίαν φιλόπολιν καθαρᾷ γνώμᾳ τετραμμένον (O. 4.16) εἰ δὲ τέτραπται (sc. Αἴγινα) θεοδότων ἔργων κέλευθον ἂν καθαράν (I. 5.23)
   e in tmesis παρά τις ἔτρεψεν ἄμμι θεὸς (v. παρατρέπω) (I. 8.10)

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και δωρ. τ. τράπω Α
1. κάνω κάποιον ή κάτι να στραφεί, να αλλάξει κατεύθυνση ή στάση (α. «οι κακές παρέες τον έτρεψαν στο κακό» β. «πρὸς εὐφροσύναν τρέψαι... ἦτορ», Πίνδ.
γ. «τήνδε... τὴν ὁδὸν ἀναγκαιοτάτην ἡμῑν εἶναι τρέπεσθαι», Πλάτ.)
2. μετατρέπω, μεταβάλλω, αλλάζω (α. «το ε του θέματος τρέπεται σε ο» β. «ἐπὶ τὸ βέλτιον τρέπειν», Αριστοφ.
γ. «τρέπεται χρώς», Ομ. Ιλ.)
3. μέσ. τρέπομαι
α) κατευθύνομαι
β) στρέφω την προσοχή μου σε κάτι, αφοσιώνομαι, επιδίδομαι σε κάτι («τρέπεσθαι πρὸς τὸν πότον», Πλάτ.)
4. φρ. «τρέπω σε φυγή», «τρέπω εἰς φυγήν» — αναγκάζω κάποιον να υποχωρήσει τρέχοντας
αρχ.
1. κατευθύνω κάποιον εναντίον άλλου («ἐς κεφαλὴν τρέποιτό μοι» — ας πέσει στο κεφάλι μου, Αριστοφ.)
2. αποτρέπω, απομακρύνω, εμποδίζω («τρέψας ἀπὸ τείχεος», Ομ. Ιλ.)
3. αναγκάζω κάποιον να φύγει τρέχοντας («ἔτρεψε φάλαγγας», Τυρτ.)
4. ανατρέπω, αναποδογυρίζω
5. μεταχειρίζομαι, χρησιμοποιώ («τὰ μὲν ἄνω αὐτῆς [τῆς βίβλου]... εἰς ἄλλο τι τρέπουσι, τὸ δὲ κάτω τρώγουσι», Ηρόδ.)
6. (μέσ. και παθ.) (για τόπο) είμαι στραμμένος προς κάποια κατεύθυνση, βλέπω προς κάποιο μέρος («ἀντ' ἠελίου τετραμμένος», Ησίοδ.)
7. φρ. «πάλιν τρέπω» — γυρίζω κάποιον προς τα πίσω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Το ρ. τρέπω ανάγεται κατά μία άποψη σε ΙΕ ρίζα trep και συνδέεται με το αρχ. ινδ. trapate «νιώθω ντροπή» (πρβλ. ἐντρέπομαι). Ο τ. όμως toroqo «στριφτό κρόσσι», που μαρτυρείται στη Μυκηναϊκή, οδήγησε πολλούς να υποθέσουν ότι το ρ. ανάγεται σε ρίζα trekw- με χειλουπερωικό φθόγγο (πρβλ. λατ. torqueo «στρέφω»), αν και ο μυκην. τ. θα μπορούσε κάλλιστα να συνδεθεί με το ρ. στρέφω (πρβλ. μυκην. kusutoroqa - συστροφή, βλ. λ. στρέφω). Στην απαθή βαθμίδα του θ. τρεπ- ανάγονται το ουσ. τρέψις και το ρηματ. επίθ. τρεπτός, στην ετεροιωμένη βαθμίδα τροπ- τα ουσ. τρόπος, τροπή, τροπίας, τρόπις, επίσης το ρ. τροπῶ, ενώ στη συνεσταλμένη βαθμίδα τραπ- ανάγονται ο δωρ. τ. του ρ. τράπω και τα σύνθ. σε -τράπ-ελος (πρβλ. εὐ-τράπελος)].

Greek Monotonic

τρέπω: μέλ. τρέψω, αόρ. ἔτρεψα, αόρ. βʹ ἔτρᾰπον, παρακ. τέτροφα, μεταγεν. τέτρᾰφα — Παθ., μέλ. τρᾰπήσομαι, αόρ. ἐτρέφθην, Ιων. απαρ. τραφθῆναι· αόρ. βʹ ἐτράπην [ᾰ], Επικ. υποτ. τραπείομεν αντί τραπῶμεν· παρακ. τέτραμμαι, γʹ πληθ. τετράφαται· γʹ ενικ. προστ. τετράφθω· γʹ ενικ. υπερσ. τέτραπτο, γʹ πληθ. τετράφατο·
I. 1. στρέφω ή κατευθύνω προς κάτι, σε Όμηρ. κ.λπ.· κυρίως ακολουθ. από πρόθ.· τρέπω τινὰ εἰς εὐνήν, τον βάζω να κοιμηθεί, σε Ομήρ. Οδ.· τρέπω πόλεις εἰς ὕβριν, σε Θουκ.· τρέπω κεφαλὴν πρὸς ἠέλιον, σε Ομήρ. Οδ.·
2. Παθ., στρέφω τα βήματά μου, στρέφομαι προς κάποια διεύθυνση, τραφθῆναι ἀν' Ἑλλάδα, περιφέρομαι πάνω κάτω στην Ελλάδα, σε Ομήρ. Οδ.· με αιτ. πράγμ., τρέπεσθαι ὁδόν, ακολουθώ κάποια κατεύθυνση, σε Ηρόδ.
3. Παθ. επίσης, τρέπομαι σε κάτι, ἐς ἀοιδήν, σε Ομήρ. Οδ.· ἐπὶ ἔργα, σε Ομήρ. Ιλ.· ἐφ' ἁρπαγήν, σε Θουκ.· πρὸς λῃστείαν, στον ίδ.
4. Παθ. και Μέσ., λέγεται για τόπους, είμαι στραμμένος προς ή κοιτάζω προς κάποια συγκεκριμένη διεύθυνση, πρὸς ζόφον, σε Ομήρ. Οδ.· πρὸς ἄρκτον, πρὸς νότον, σε Ηρόδ. κ.λπ.
II. 1. στρέφω, δηλ. κάνω μεταβολή, μεταστρέφω, τρέπειν ἵππους, σε Ομήρ. Ιλ.· τὰ καλὰ τρέπω ἔξω, στρέφω την καλύτερη πλευρά προς τα έξω, σε Πίνδ. — Παθ., αἰχμὴ τράπετο, άκρη κάμφθηκε προς τα πίσω, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για το ηλιοστάσιο, ἐπειδὰν ἐνχειμῶνι τράπηται ἥλιος (βλ. τροπή I), σε Ξεν.
2. τρέπω τὴν αἰτίαν, τὴν ὀργὴν εἴς τινα, στρέφω την κατηγορία, τον θυμό εναντίον κάποιου άλλου, σε Ισαίο, Δημ. — Παθ., λέγεται για κατάρες, ἐς κεφαλὴν τρέποιτο ἐμοί, ας πέσει στο κεφάλι μου!, σε Αριστοφ.
3. τρέπω σε άλλη διεύθυνση, αλλάζω, νόον, φρένας, σε Όμηρ. κ.λπ.· ἐς γέλων τρέπω τὸ πρᾶγμα, σε Αριστοφ. — Παθ., μεταβάλλομαι, σε Όμηρ. κ.λπ.· με σύστ. αιτ., τρεπόμενος τροπάς, που υφίσταται αλλαγές, σε Αισχίν.
III. τρέπω σε φυγή, νικώ, κατατροπώνω, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ.· τρέπωφύγαδε, Λατ. converetere in fugam, σε Ομήρ. Ιλ.· τρέπω ἐς φυγήν, σε Ευρ.· ομοίως στον Μέσ. αόρ., απομακρύνω κάποιον εχθρό από εμένα, σε Ξεν. — Παθ., τρέπομαι σε φυγή, ηττώμαι, σε Αισχύλ., Ξεν. κ.λπ.· ομοίως στη Μέσ., ἐς φυγὴν τραπέσθαι, σε Ηρόδ., Θουκ.· επίσης αμτβ. στον Ενεργ. τύπο, φύγαδ' ἔτραπε, σε Ομήρ. Ιλ.
IV. αποτρέπω, εμποδίζω, κωλύω, τρέπω τινὰ ἀπὸ τείχεος, στο ίδ.· βέλος ἔτραπεν ἄλλῃ, στο ίδ.
V. όπως το ἀνατρέπω, σε Αισχύλ.
VI. μετατρέπω, εφαρμόζω, προσαρμόζω, τρέπω τι ἐς ἄλλο τι, σε Ηρόδ.· ποῦ τέτροφας τὰς ἐμβάδας; τί έκανες τα παπούτσια σου; σε Αριστοφ. — Παθ., ποῖτρέπεται τὰ χρήματα; στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

τρέπω: ион. τράπω (aor. 1 ἔτρεψα, aor. 2 ἔτρᾰπον, pf. τέτροφα - поздн. τέτρᾰφα; pass.: fut. τρᾰπήσομαι, aor. 1 ἐτρέφθην - ион. ἐτράφθην, aor. 2 ἐτράπην с ᾰ, pf. τέτραμμαι)
1) поворачивать, обращать, направлять (φύσας ἐς πῦρ, κεφαλὴν πρὸς ἠέλιον Hom.; βέλος εἴς τινα Aesch.): τὰς λόγχας κάτω τρέψαντες Her. повернув(шие) копья вниз; μῆλα πρὸς ὄρος τ. Hom. гнать стада в горы; τ. ἀντίον τινος πρόσωπον Hes. обращаться лицом к чему-л.; τ. θυμὸν εἴς и ἐπί τι Hes. или κατά τι Hom. обращать помыслы на что-л.; τ. τινὰ εἰς ἀθυμίαν Dem. повергать кого-л. в уныние; τ. αἰτίαν εἴς τινα Isae. взваливать вину на кого-л.; τ. τινὰ φυγάδε Hom. или ἐς φυγήν Xen. обращать кого-л. в бегство; οὐκ οἶδ᾽ ὅποι χρὴ τἄπορον τ. ἔπος Soph. не знаю, куда обратить смущенное слово, т. е. не знаю, что и сказать; τραφθῆναι ἀν᾽ Ἑλλάδα Hom. направиться в Элладу; ποῖ τρέψομαι; Eur. куда мне деваться?; ἐπειδὰν ἐν χειμῶνι τράπηται (ὁ ἥλιος) Xen. когда солнце повернулось на зиму; τραφθέντες ἐς τὸ πεδίον Her. повернув на равнину;
2) тж. med. обращать в бегство (ἥρωας Ἀχαιούς Hom.; τὸ τοῦ Ἀριστέως κέρας Thuc.): ἐκδραμόντες τρέπονται αὐτούς Xen. сделав вылазку, они обратили их в бегство;
3) med. обращаться в бегство Thuc., Xen.: πεσόντων πολλῶν ἐτράποντο οἱ Λυδοί Her. когда многие пали (в бою), лидяне обратились в бегство;
4) отвращать, отвлекать, отклонять (ἀπὸ τείχεος, sc. τινά Hom.): οὐκ ἄν με τρέψειαν Hom. не отклонить им меня (от моего намерения);
5) (из)менять (χρώματα Plut.): τοῦ ἀγαθοῦ οὐ τρέπεται χρώς Hom. мужественный человек не меняется в лице; οἶνος τρεπόμενος Sext. киснущее вино; ἐς γέλων τὸ πρᾶγμ᾽ ἔτρεψας Arph. обратив дело в шутку; τρέψαι φρένας Hom. или τὰς γνώμας τινός Xen. изменить чьи-л. намерения, отговорить кого-л. от его планов; τὸ πλῆθος ἑώρων τετραμμένον Thuc. видя, что настроение народа переменилось;
6) med. обращаться, предаваться, приниматься, начинать (ἐπὶ γεωργίας τραπέσθαι Plat.): εἰς ὀρχηστὺν τρεψάμενοι Hom. начав пляску; τραπέσθαι πρὸς λῃστείαν Thuc. заняться грабежом; τετραμμένος ἐπί τινα Thuc. и πρός τινα Plat. питающий склонность к кому-л.

Middle Liddell


I. to turn or direct towards a thing, Hom., etc.; mostly followed by a prep., τρ. τινὰ εἰς εὐνήν to shew him to bed, Od.; τρ. πόλεις ἐς ὕβριν Thuc.; τρ. κεφαλὴν πρὸς ἠέλιον Od.
2. Pass. to turn one's steps, turn in a certain direction, τραφθῆναι ἀν' Ἑλλάδα to roam up and down Greece, Od.; c. acc. cogn., τρέπεσθαι ὁδόν to take a course, Hdt.
3. Pass. also to turn or betake oneself, εἰς ἀοιδήν Od.; ἐπὶ ἔργα Il.; ἐφ' ἁρπαγήν Thuc.; πρὸς ληιστείαν Thuc.
4. Pass. and Mid., of places, to be turned or look in a certain direction, πρὸς ζόφον Od.; πρὸς ἄρκτον, πρὸς νότον Hdt., etc.
II. to turn, i. e. turn about, τρέπειν ἵππους Il.; τὰ καλὰ τρ. ἔζω to turn the best side outmost, Pind.:—Pass., αἰχμὴ τράπετο the point bent back, Il.; of the solstice, ἐπειδὰν ἐν χειμῶνι τράπηται ἥλιος (v. τροπή I) Xen.
2. τρ. τὴν αἰτίαν, τὴν ὀργὴν εἴς τινα to divert the blame, the anger upon another, Isae., Dem.:—Pass., in imprecations, ἐς κεφαλὴν τρέποιτο ἐμοί on my head be it! Ar.
3. to turn another way, to alter, change, νόον, φρένας Hom., etc.; ἐς γέλων τρ. τὸ πρᾶγμα Ar.:—Pass. to be changed, change, Hom., etc.; c. acc. cogn., τρεπόμενος τροπάς undergoing changes, Aeschin.
III. to turn or put to flight, rout, defeat, Il., Hdt., etc.; τρ. φύγαδε, Lat. convertere in fugam, Il.; τρ. ἐς φυγήν Eur.;—so, in aor1 mid., to put an enemy to flight, Xen.:—Pass. to be put to flight, turn and flee, Aesch., Xen., etc.; so in Mid., ἐς φυγὴν τραπέσθαι Hdt., Thuc.:—also intr. in Act., φύγαδ' ἔτραπε Il.
IV. to turn away, keep off, hinder, τρ. τινὰ ἀπὸ τείχεος Il.; βέλος ἔτραπεν ἄλληι Il.
V. to overturn, like ἀνατρέπω, Aesch.
VI. to turn, apply, τρ. τι ἐς ἄλλο τι Hdt.; ποῦ τέτροφας τὰς ἐμβάδας; what have you made of your shoes? Ar.:—Pass., ποῖ τρέπεται τὰ χρήματα; Ar.

Frisk Etymology German

τρέπω: {trépō}
Forms: dor. ion. auch τράπω, -ομαι, Aor. 1. τρέψαι, -ασθαι, 2. τραπεῖν, -έσθαι, Fut. τρέψω (ἐπιτραψῶ Kreta), τρέψομαι, Pass. (intr.) Aor. τραφθῆναι, Perf. τέτραμμαι (alles seit Hom.), auch τραπῆναι (A. usw.), τρεφθῆναι (E.), Ptz. ἐντρεπέντες (Pap. IIa), Perf. Akt. τέτροφα, später τέτραφα (att.),
Grammar: v.
Meaning: ‘wenden, drehen, kehren, in die Flucht schlagen; sich wenden, verkehren, sich ändern, die Flucht ergreifen’.
Composita : sehr oft m. Präfix. ἀνα-, ἀπο-, ἐκ-, ἐν-, ἐπι-, μετα-, παρα-, περι- usw. mit verschiedenen Sinnfärbungen,
Derivative: Zahlreiche Ableitungen (gedrängte Übersicht). A. Mit ο-Abtönung: 1. τρόπος m. Wendung, meist übertr. Art und Weise, Sitte, Gesinnung, Charakter (Pi., ion. att.; zur Bed. Kuiper Mnem. 36, 419ff.), auch Balken (Moschio ap. Ath. 5, 208c; auch ngr., = δοκὸς τετραμμένος, s. Φάβης bei Kretschmer Glotta 11, 249). Kompp., z.B. πολύτροπος (s. πολύς; zur Bed. noch van Groningen MAWNied. N. R. 9 : 8, 15) mit -ια (Hdt., Hp. usw.); oft von den Präfixkompp., z. B. ἐπίτροπος m. ‘Aufseher, Vorsteher, Verwalte (ion. att.). Davon τροπικός zur Wende gehörig (Arist. usw.), ἐπιτροπικός, -εύω, -εία, -ευσις, -εύσιμος, -ευτικός. Denom. τροπόομαι, -όω, auch m. κατα- u.a., in die Flucht schlagen (LXX, D. H. u.a.). 2. τροπός m. "Dreher", Riemen, [[vermittelst dessen das Ruder um die κληΐς beim Rudern sich drehte]] (Od., Opp.) mit τροπόομαι ‘mit τροπός versehen (werden)’ (A., Ar., Poll.), -ωτήρ m. = τροπός (Ar., Th. u.a.). 3. τροπή f. ‘Wendung (der Sonne, des Feindes usw.), Wechsel’ (seit ο 404); sehr oft zu den Präfixkompp., z.B. ἀποτροπή f. (: ἀποτρέπω) Abwendung (att.) mit -αιος, -ιμος, -ία, -ιάζω, -ίασμα, -ιασμός, -ιαστής. Davon τροπαῖος ‘Wendung (der Feinde) herbeiführend, Sieg verleihend’; τὸ τροπαῖον, -αιον Siegesdenkmal (att.; sc. σημεῖον od.ä.; Georgacas Glotta 36, 185; zum schwankenden Akz. Scheller Oxytonierung 128 A. 2). 4. -τροπία f. sehr oft in Ableitungen, z.B. ἐντροπίη = εντροπή Rücksichtnahme, Achtung (Hp.), -ίαι pl. ‘(listige) Wendungen, Ränke’ (h. Merc.), μετατροπίαι pl. Wechselfälle des Schicksals’ (Pi.); παλιντροπίαι pl. ‘Sinnes-änderungen’ (A. R.: παλίντροπος). 5. -τρόπιον n. in Ableitungen, z.B. ἐκτρόπιον N. einer Augenkrankheit, Verdrehung der Augenlider (Mediz.), ἡλιοτρόπιον Pfl.name Sonnenwende (Thphr. u.a.), Sonnenuhr (Delos IIIa u.a.). 6. τροπίας οἶνος (auch ἐν-, ἐκ-) umgeschlagener, saurer Wein (Ar. u.a.). 7. τρόπις, -ιος (-ιδος, -εως) f. Grundbalken des Schiffs, Schiffskiel (ep. ion. seit Od., Arist. usw.), Bildung wie τρόφις, στρόφις, τρόχις u.a.; somit eig. "Wender"? (zur Bed. vgl. τρόπος = Balken [s. ob.] und Hermann GGN 1943. 5 f.). Davon τροπιδεῖα (auch -ια) pl. ib. (Pl. Lg. 803a, Pell.. Phot.); ναῦς τετροπισμένη (: τροπίζω) mit Kiel ausgerüstet (Hp.); Hypostase ὑποτρόπιος unter dem Kiel befindlich (Opp., Orph.). 8. -τροπεύς nur in ἀνατροπεύς m. Umstürzer Zerstörer (: ἀνατροπή, ἀνατρέπω; Antipho, Plu., D. Chr., Bosshardt 60). 9. Adv. -τροπάδην, dor. -δαν, nur von den Präfixkompp., z.B. προτροπάδην vorwärtgerichtet, Hals über Kopf (P 304, Pi., Pl. usw.); τρόπα παίζειν N. eines Spiels (Kratin., Poll.; vgl. Schwyzer 623 A. 1). 10. τροπέω = τρέπω (Σ 224; myk. to-ro-qe-jo-me-no? vgl. unten), iter. od. denom.; auch m. παρα-, περι- (Hom. u.a.) und nominalem Vorderglied, z.B. κακοτροπέω schlecht handeln (: κακότροπος, Hp.). 11. -τροπάζομαι nur in ὑπετροπάσθην kehrte zurück, bekam einen Rückfall (: ὑπότροπος, ὑποτρέπομαι; Pap.IIIa); auch -τροπιάζω, mit ὑπο- einen Rückfall bekommen mit -ιασμός (Hp.), ἀπο- ~ abwenden, -ιασμός u.a. (LXX, Pap. u.a.). 12. Mit λ-Erweiterung (vgl. Bechtel Lex. 318 f.): τροπαλίζει· στρέφει mit -ισμός· μεταβολή H.; Ptz. ἐντροπαλιζόμενος sich umdrehend, zurückwendend (Il., Q. S.), Ipf. μετατροπαλίζεο wandtest dich um (Υ 190). 13. τροπαλίς (v.l. -αλλίς). -ίδος f. Bündel, von Zwiebeln (Ar. Ach. 813), τρόπηλις (Hdn. Gr.), τρι(τ)οπηλίς H., Bildung unklar (unbefriedigend Bechtel Dial. 2, 205 f.). — B. Mit ε-Vokal : 1. -τρεψις in ἀπό-, ἔκ-, ἀνά- ~ (von ἀποτρέπω usw.) Abneigung bzw. Verdrehung bzw. Umwendung (Hp., Arist. u.a.). 2. τρεπτικός ‘eine Umwandlung od. Wendung verursachend’ (sp.), meist von den präfigierten Verba, z.B. προτρεπτικός auffordernd (att.). C. Mit tiefstufigem α-Vokal: 1. τραπέμπαλιν Adv. rückwärts gedreht (: ἔμπαλιν τραπέσθαι, Pherekr.; Schwyzer 633). 2. -τραπελος nur mit Präfix, z.B. εὐτράπελος (: εὖ τραπέσθαι) sich leicht drehend, beweglich, gewandt, witzig (Pi., att.) mit εὐτραπελία, -ίζομαι, -εύομαι; ebenso δυσ-, ἐκ-, ἐν- ~ usw.; τραπελιζόμενος· συνεχῶς ἀναστρεφόμενος H. D. Mit Dehnstufe: τρωπάω, -άομαι, auch m. ἀπο-, παρα-, ἐπι-, μετα-, nur Präs. und Ipf., Iterativum (Chantraine Gramm. hom. 1, 358).
Etymology : Die obigen Formen bilden ein ziemlich wohl zusammengehaltenes System, das sich schon früh aus einem anscheinend bescheidenen idg. Keim innerhalb des Griechischen reich entfaltet hat. Aus anderen Sprachen meldet sich zunächst lat. trepit vertit, das indessen nur bei Paul. Fest. p. 367 vorkommt und vielleicht eine Grammatikerkonstruktion ist. Formal zu τρέπεται stimmt aind. (ep. klass.) trápate schämt sich, wird verlegen; angesichts gr. ἐντρέπομαι ‘sich um etwas kümmern’, auch ‘sich vor jmdm. schämen’ ist diese Zusammenstellung auch semantisch unbedingt möglich. Dann fuhrt der Weg weiter zu lat. turpis häßlich (eig. *"wovon man sich abwendet, wovor man sich scheut"?). Noch unsicherer ist der Vergleich mit heth. te-ri-ip-zi von der Ackerarbeit, etwa pflügen ? Bei diesen Kombinationen wird die Einbeziehung von myk. to-ro-qe-jo-me-no (Bed. unbekannt) und von lat. torqueō hinfällig. — Von τρέπω wenden ist τραπέω austreten, keltern wahrscheinlich zu trennen. Weiteres bei WP. 1, 756f., Pok. 1094, W.-Hofmann s. trepit und turpis, Mayrhofer s. trápate.
Page 2,923-925