Σάββατον

From LSJ
Revision as of 09:49, 24 November 2024 by Spiros (talk | contribs)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

Κύριε, σῶσον τὸν δοῦλον σου κτλ. → Lord, save your slave ... (mosaic inscription from 4th cent. church in the Negev)

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: Σάββᾰτον Medium diacritics: Σάββατον Low diacritics: Σάββατον Capitals: ΣΑΒΒΑΤΟΝ
Transliteration A: Sábbaton Transliteration B: Sabbaton Transliteration C: Savvaton Beta Code: *sa/bbaton

English (LSJ)

τό, the Hebrew Sabbath, i.e. Rest
A (δηλοῖ δὲ ἀνάπαυσιν… τὸ ὄνομα J.AJ1.1.1), LXX Ex. 16.23, al., Ev.Marc.6.2,al.: freq. in plural of the single day, PCair.Zen.762.6 (iii B.C.), LXX 4 Ki. 4.23; ὀψὲ σαββάτων Ev.Matt.28.1; ἡ ἡμέρα τῶν σαββάτων LXX Nu.15.32, Ev.Luc.4.16, al. (but ἡ ἡμέρα τοῦ σαββάτου ib.13.14): heterocl. dat. pl. σάββασι (ν) LXX 1 Ma.2.38, J.BJ1.7.3, al., Ev.Marc.2.23, al., freq. with v.l. σαββάτοις; but σάββασι is certain in AP5.159 (Mel.).
2 period of seven days, week, εἰς μίαν σαββάτων toward the first day of the week, Ev.Matt.28.1; κατὰ μίαν σαββάτου 1 Ep.Cor.16.2; πρώτῃ σαββάτου Ev.Marc.16.9; τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ib.2, Ev.Jo.20.1; δὶς τοῦ σαββάτου Ev.Luc.18.12.
3 Σαβάτ, the 11th month of the Hebr. year, nearly = February, LXX 1 Ma.16.14.

Greek (Liddell-Scott)

Σάββᾰτον: τό, τὸ Ἑβραϊκὸν Sabbath, δηλ. ἀνάπαυσις (δηλοῖ δὲ ἀνάπαυσιν... τὸ ὄνομα Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 1. 1, 1), Ἑβδ. καὶ Καιν. Διαθ.· ὡσαύτως ἐν τῷ πληθ. ἐπὶ τῆς ἑβδόμης ἡμέρας, ὀψὲ τῶν σ. Εὐαγγ. κ. Ματθ. κη΄, 1· ἡ ἡμέρα τῶν Σ. κ. Μάρκ. β΄, 23, κ. Λουκ. δ΄, 16, κ. ἀλλ.· (ἀλλά, ἡ ἡμέρα τοῦ Σ. ὁ αὐτ. ιγ΄, 14)· ἑτερόκλ. δοτ. πληθ. σάββασι, Καιν. Διαθ., Ἰώσηπ., συχν. μετὰ διαφ. γραφ. σαββάτοις· ἀλλὰ ἡ δοτ. σάββασι εἶναι βεβαία ἐν Ἀνθ. Π. 5. 160. 2) περίοδος ἑπτὰ ἡμερῶν, ἑβδομάς, εἰς μίαν σαββ., κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, Εὐαγγ. κ. Ματθ. κη΄, 1, κ. Μάρκ. ις΄, 2, πρβλ. Α΄ Ἐπιστ. πρ. Κορινθ. ις΄, 2· πρώτῃ σ. Εὐαγγ. κατὰ Μάρκ. ις΄, 9· δὶς τοῦ σαββ., δὶς τῆς ἑβδομάδος, κατὰ Λουκ. ιη΄, 12. 3) ὁ μὴν Σαββὰτ ἦτο ὁ 11ος τοῦ Ἑβραϊκοῦ ἔτους, ἀντιστοιχῶν περίπου πρὸς τὸν νῦν Φεβρουάριον (Γρηγ. Ἡμερολ.), Ἑβδ. (Α΄ Μακκ. ΙϚ΄, 14).

Greek Monotonic

Σάββᾰτον: τό,
1. Εβρ. Sabbath, δηλ. Ανάπαυση, σε Καινή Διαθήκη· επίσης στον πληθ. λέγεται για τη συγκεκριμένη, την έβδομη ημέρα της εβραϊκής εβδομάδας· υπάρχει ετερόκλ. δοτ. πληθ. σάββασι (όπως αν προερχόταν από τύπο σάββας), στο ίδ.
2. περίοδος επτά ημερών, επταήμερο, δηλ. μία εβδομάδα· μία τῶν σαββάτων, η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, στο ίδ.

Middle Liddell

Σάββᾰτον, ου, τό,
1. the Hebrew sabbath, i. e. rest, NTest.; also in plural of the single day, heterocl. dat. pl. σάββασι (as if from σάββασ), NTest.
2. a period of seven days, a week, μία τῶν σαββάτων the first day of the week, NTest.

Translations

Sabbath (Saturday)

Aghwan: 𐕐𐔰𐕌𐔱𐔰𐕜; Arabic: اَلسَّبْت; Armenian Old Armenian: շաբաթ; Bulgarian: шабат; Chinese Mandarin: 安息日; Czech: sabat, šabat, šábes; Danish: sabbat; Dutch: sabbat, sjabbat, sjabbes; Esperanto: sabato, ŝabato; Faroese: sabbatur; Finnish: sapatti; French: sabbat, shabbat, chabbat; German: Sabbat, Schabbat, Schabbes; Greek: Σάββατο; Ancient Greek: σάββατον, Σάββατον; Hebrew: שַׁבָּת; Ido: sabato; Indonesian: sabat, Sabat; Irish: Sabóid; Japanese: 安息日; Kazakh: демалыс күні; Latin: sabbatum, Herodis dies; Low German German Low German: Sabbat, Schabbat, Schabbes; Macedonian: сабат; Maori: hāpati; Norwegian Bokmål: sabbat; Nynorsk: sabbat; Old English: ræstedæġ; Persian: شبات; Plautdietsch: Sabat; Polish: szabat, szabas; Portuguese: sabá; Romanian: Șabat; Russian: шаббат, суббота; Scottish Gaelic: Sàbaid; Serbo-Croatian: сабат, sabat; Spanish: sábado, sabbat, shabbat; Swedish: sabbat; Thai: สะบาโต; Turkish: Şabat; Ukrainian: шабаш; Volapük: jabat; Yiddish: שבת