κατεγγυάω
μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι ὄτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν → blessed are the poor in spirit, for theirs is the kingdom of heaven (Matthew 5:3)
English (LSJ)
aor.
A κατηγγύησα D.33.10, κατενεγύησα J.AJ16.7.6, etc.:—pledge, betroth, τινά τινι E.Or.1079, 1675; γάμον θυγατρός τινι J.AJ6.10.2:—Med., Parth.5.3. II as law-term, make responsible, compel to give security, τινὰ πρὸς τὸν πολέμαρχον or πρὸς τῷ -χῳ, D.32.29, 59.40, cf. Pl.Lg.871e, PTeb.490 (i B.C.), etc.; κ. τινὰ πρὸς εἴκοσι τάλαντα make him give security to the amount of 20 talents, Plb.5.15.9; πρὸς δίκην τινά Plu. Tim.37:—Pass., to be held to bail, D.59.49; [ἐγγύην] κ. Pl.Lg.872b. 2 sequester, put an embargo upon, πυρόν PAmh.2.35.23 (ii B.C.). 3 seize as a security, ὑπὲρ ἀργυρίου τὴν ναῦν καὶ τοὺς παῖδας D.33.11: metaph., bind, subject, τὸ ζῆν λύπαις αὐθαιρέτοις κ. Thalesap.Stob.4.22.65:—Pass., πατρίοις ἔθεσιν κατηγγυημένος Apion ap.J.Ap.2.2. 4 in Pass., undertake to do, c. inf., Plb.3.5.8.
German (Pape)
[Seite 1393] (s. ἐγγυάω), 1) Einen zur Bürgschaft nöthigen, Bürgschaft von ihm fordern, κατεγγυάτω τὸν ᾡ ἂν ἐπισκήπτηται Plat. Legg. IX, 871 e; κατηγγύησα αὐτὴν πρὸς τῷ πολεμάρχῳ Dem. 59, 40, vgl. 33, 10. 11; κατεγγυήσας αὐτὸν πρὸς εἴκοσι τάλαντα, er zwang ihn, für 20 Talente Bürgschaft zu leisten, Pol. 5, 15, 9. Und pass., ταύτην τὴν ἐγγύην τοὺς αὐτόχειρας κατεγγυᾶσθαι, die Thäter sollten zu solcher Bürgschaft genöthigt werden, Plat. Legg. IX, 872 b; ἥκουσα κατηγγυήθη ὡς ξένη οὖσα πρὸς τῷ πολεμάρχῳ Dem. 59, 49. – 2) verloben, σοὶ δὲ παῖδ' ἐγω κατεγγυῶ Eur. Or. 1675, vgl. 1079. – Uebertr., sich einer Sache versichern, sie für sich in Beschlag nehmen, πολλοὶ κατεγγυηθήσονται καὶ σπουδάσουσιν ἐπὶ τέλος ἀγαγεῖν τὴν ὑπόθεσιν, einen Gegenstand zur geschichtlichen Behandlung für sich auswählen, bestimmen, Pol. 3, 5, 8.
Greek (Liddell-Scott)
κατεγγυάω: μέλλ. -ήσω: ἀόρ. κατηγγύησα (οὐχὶ κατενεγύησα) Δημ. 895. 21, Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 16. 7, 6, κτλ. (ὡς τὸ ἁπλοῦν ἐγγυῶ). Ὑπισχνοῦμαι νὰ δώσω, μνηστεύω, ἀρραβωνίζω, παῖδά τινι Εὐρ. Ὀρ. 1079. 1675. ΙΙ. ὡς Ἀττ. νομικὸς ὅρος, κάμνω τινὰ ὑπεύθυνον, ἀναγκάζω νὰ δώσῃ ἐγγύησιν, τινα πρὸς τὸν πολέμαρχον ἢ πρὸς τῷ -χῳ Δημ. 890. 9., 1358. 18, πρβλ. Πλάτ. Νόμ. 871 Ε, κἑξ.˙ κ. τινὰ πρὸς εἴκοσι τάλαντα, ἀναγκάζω τινὰ νὰ δώσῃ ἐγγύησιν διὰ 20 τάλαντα, Πολύβ. 5. 15, 9˙ πρὸς δίκην, διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ προστίμου, Πλουτ. Τιμολ. 37˙- Μέσ. ἢ Παθ., δίδω ἢ εὑρίσκω ἐγγύησιν (ἐγγυητήν), κατηγγυήθη ὡς ξένη οὖσα πρὸς τῷ πολεμάρχῳ Δημ. 1361. 29˙ ἐγγύην κ. Πλάτ. Νόμ. 872Β˙- τὸ μὲν κατεγγυᾶν ἐπὶ τοῦ κατηγόρου, ὅστις ἀπαιτεῖ ἐγγύησιν ἢ ἀσφάλειαν παρὰ τοῦ κατηγορουμένου, τὸ δὲ κατεγγυᾶσθαι ἐπὶ τοῦ κατηγορουμένου. 2) λαμβάνω ὑπὸ τὴν κατοχὴν μου ὡς ἐγγύησιν ἢ ἀσφάλειαν, ὑπὲρ τοῦ ἀργυρίου κατεγγυῶ τὴν ναῦν καὶ τοὺς παῖδας Δημ. 895 ἐν τέλ.˙- ὑποχρεῶ, ὑποβάλλω…, τὸ ζῆν λύπαις αὐθαιρέτοις κατεγγυῆσαι Θαλῆς παρὰ Στοβ. 421. 48˙- Παθ., πατρίοις ἔθεσιν κατηγγυημένος Ἰωσήπ. κατὰ Ἀπ. 2. 2. 3) ἐν τῷ παθ., ἀναλαμβάνω νὰ πράξω τι, μετ’ ἀπαρ., κατεγγυηθήσεσθαι σπουδάσειν ἐπὶ τέλος ἀγαγεῖν τὴν ὑπόθεσιν Πολύβ. 3. 5. 8.- Ἐν Ἐπιγρ. Ἀνδανίας (L. et. F. 326a) κατεγγυεύσας (=κατεγγυήσας).
French (Bailly abrégé)
-ῶ :
ao. κατηγγύησα ou κατενεγύησα, ao. Pass. κατηγγυήθην;
obliger à fournir caution, rendre responsable : πρὸς δίκην PLUT pour le paiement d’une amende.
Étymologie: κατά, ἐγγυάω.