Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εἴκοσι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: εἴκοσι Medium diacritics: εἴκοσι Low diacritics: είκοσι Capitals: ΕΙΚΟΣΙ
Transliteration A: eíkosi Transliteration B: eikosi Transliteration C: eikosi Beta Code: ei)/kosi

English (LSJ)

(for εἴκοσιν v. infr.), Att., Ion., also Arc., IG5(2).3.1 (Tegea), and Aeol., ib.12(2).6.21 (Lesbos):—indecl.,

   A twenty, Il.2.510,748, etc.; in Hom. more freq. in Ep. form ἐείκοσι, before a vowel ἐείκοσιν, 1.309, 6.217, al.; Dor. ϝίκατι Leg.Gort.4.13, etc.; ϝείκατι Tab.Heracl.2.71; Lacon. βείκατι Hsch.; εἴκατι IG9(1).693.10 (Corc.), Theoc.4.10, 5.86. (Orig. ϝῑκατι and Εϝῑκοσι, whence ἐείκοσι in Hom.; ϝείκατι and εἴκατι are late spellings of (ϝ) ῑκατι; εἴκοσι is contr. from *εϝῑκοσι. Cf. Lat. vīginti, Skt. viṃśatis. εἴκοσιν is the only form used by Ar., whether before vowels or consonants (εἴκοσ' ἀπολογίζεται is dub. in Fr.465); also (before consonants) Herod.3.91, Phld.Piet.3, etc., but not common in Inscrr. or Pap., e.g. (before consonants) Schwyzer707 B2 (Ephesus, vi B. C.), IG2.804.155 (iv B.C.), (before a vowel) PGrenf.2.75.7 (iv A. D.); εἴκοσι ἔτη, εἴκοσι ἡμερῶν, IG12.94,49.)

German (Pape)

[Seite 727] οἱ, αἱ, τά, vor Vokalen εἴκοσιν, eigtl. Fείκοσι, viginti; ἐείκοσι, Il .16, 847, v. l. Her. 2, 121, dor. εἴκατι, Theocr. 5, 86; indecl., zwanzig, Il. 2, 510 u. Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

εἴκοσι: ἄκλ., Ἰλ. Β. 510, 748, κτλ.· ἀλλὰ συχνότερον ἐν τῷ Ἐπ. τύπῳ ἐείκοσι, πρὸ δὲ φωνήεντος ἐείκοσιν, Ι. 123, 265, κτλ.· εἰσήχθη δὲ ὁ Ἐπ. τύπος ὑπὸ τῶν ἀντιγραφέων καὶ εἴς τινα χωρία τοῦ Ἡροδ. (2. 121, ἐν ἀρχ., 122, κτλ.)· Δωρ. ϝείκατι Πίνακ. Ἡρακλεωτ. ιβ΄, 5775, 55· «βείκατι· εἴκοσι. Λάκωνες» Ἡσύχ.· εἴκατι Ἐπιγρ. Κερκύρ. ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 1840, Θεόκρ. 4. 10., 5. 86· γράφεται ϝείκατι (ϝίκατι) ἐν Συλλ. Ἐπιγρ. 1511 (2). β., 1569. 39., 5774. 81, κ. ἀλλ. (Ὁ ἀρχικὸς τύπος φαίνεται ὅτι ἦτο ϝείκατι, πρβλ. Σανσκρ. vin←ati, δηλ. dvi-←ati, (ἐκ τοῦ dvi δύο, da←an δέκα). Λατ. viginti, δηλ. dui-ginti, vicies = εἰκοσάκις, Γοτθ. tvaitigjus, Παλαιο - Σκανδιν. tuttugu, Ἀγγλο - Σαξον. twentig, Παλ. Ὑψηλ. Γερμ. zueinzug, Γερμ. zwanzig· ― πρβλ. M. Müller Sc. of. Lang 1. 44.)

French (Bailly abrégé)

dev. une voy. εἴκοσιν;
(οἱ, αἱ, τά)
numéral indécl.
vingt.
Étymologie: p. *Ϝείκοσι = lat. viginti.

English (Slater)

εἴκοσι (
   1 ϝει- (N. 6.58) ) twenty εἴκοσι δ' ἐκτελέσαις ἐνιαυτοὺς (P. 4.104) πέμπτον ἐπὶ εἴκοσι τοῦτο γαρύων εὖχος ἀγώνων ἄπο (N. 6.58)

English (Strong)

of uncertain affinity; a score: twenty.

English (Thayer)

(or εἴκοσιν; Tdf. uses εἴκοσι ten times before a consonant, and says εἴκοσι " etiam ante vocalem fere semper in manuscripts antiquiss." Proleg., p. 98; WH everywhere εἴκοσι. cf. their Appendix, p. 148; Buttmann, 9), οἱ, αἱ, τά, twenty: Homer down.)

Greek Monolingual

(AM εἴκοσι και προ φωνήεντος εἴκοσιν
Α και επικ. ἐείκοσι και ἐείκοσιν)
(απόλ. αριθμητ.) ποσότητα δύο δεκάδων
νεοελλ.
(ως ουσ. με άρθρο)
1. το είκοσι
α) η γραφική παράσταση του αριθμού
β) οτιδήποτε έχει τον αριθμό είκοσι (π.χ. θέση, λαχνός, δωμάτιο)
2. στον πληθ. τα είκοσι
τα είκοσι έτη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η πρωταρχική λ. της Ελληνικής με σημασία «είκοσι» είναι Fῑκατι (πρβλ. αβ. vīsaiti, αρχ. ινδ. vimśati-, λατ. viginti) < ΙΕ τ. wῑ-kamt-ĭ, του οποίου το wi- αντιστοιχεί στο di-, dwi- (πρβλ. δύο, δι(ς), λατ. bis) και το kmt-ĭ, τύπος δυϊκού, < (d)kmt (πρβλ. δέκα, εκατό). Το ιων. -αττ. είκοσι (< ε-(F)ῑκοσι, αντί του οποίου στον Όμηρο απαντά εσφαλμένος τ. εείκοσι, με σίγηση του F και συναίρεση του προθεματικού φωνήεντος ε με το ), εμφανίζεται ως υστερογενής σχηματισμός στον οποίο το ο οφείλεται σε αναλογική επίδραση του τ. τριάκοντα ή σε άλλη απόδοση του m, ενώ το -σι < -τι προήλθε με συριστικοποίηση του τ προ του ι. Τέλος, ο επίσης πρωταρχικός τ. Fῑκαστος < ΙΕ τ. wī-kmt-tos και το ιων. -αττ. εικοστός σχηματίστηκε αναλογικά προς το τριακοστός.

Greek Monotonic

εἴκοσι: άκλιτο, είκοσι, Λατ. viginti, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· επίσης σε Επικ. τύπο ἐείκοσι, πριν από φωνήεν ἐείκοσιν, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

εἴκοσι: (ν), эп. ἐείκοσι(ν), дор. εἴκατι οἱ, αἱ, τά indecl. двадцать.

Etymological

Grammatical information: num.
Meaning: twenty.
Other forms: Hom. also ἐείκοσι (s. below), Dor. Ϝίκατι
Compounds: As 1. member often εἰκοσα-, e. g. ἐεικοσάβοιος worth twenty cows (Od.; after ἑπτα-, τετρα- etc.). On εἰκοσινήριτος Χ 349 s. νήριτος.
Derivatives: εἰκοσάκις twenty times (Il.), εἰκοσάς f. twenty pieces (late; cf. εἰκάς below), (ἐ)εἰκοστός (Boeot. Ϝικαστός) the tentieth (Il.); f. εἰκοστή the twentieth with εἰκοσταῖος belonging to the 20. day (Hp.; as δευτεραῖος a. o.); - also εἰκάς f., Dor. ἰκάς, Ther. hικάς thenumber twenty, the 20th day of the month (Hes.), after δεκάς, τριακάς etc. (not with Schwyzer 597 original formtion to (ἐ)ἴκατι); from here εἰκαδεῖς the members of a society, that met on the 20th, eponymous founder Εἰκαδεύς (Athens; Fraenkel Nom. ag. 2, 71 a. 180, v. Wilamowitz Glaube 2, 368 n. 1), εἰκαδισταί surame of the Epicureans (Ath.), cf. δεκαδισταί to δεκάς (s. δέκα).
Origin: IE [Indo-European] [1177] *du̯i-dkm̥t-iH twenty
Etymology: Hom. ἐείκοσι for ἐ-(Ϝ)ίκοσι (wit prothetic vowel from the glottalic feature of the *d-; Korlandt, MSS 42 (1983)97-104); graphically influenced by kontracted εἴκοσι; thus Herakl. Ϝείκατι. The ο-vowel in εἴκοσι from εἰκοστός (diff. Meillet MSL 16, 217ff.; s. Schwyzer 344), this after τριακοστός etc. with -ο- after τριάκοντα etc. - PGr. (ʔ)Ϝίκατι, (ʔ)Ϝικαστός (= Dor., Boeot.), as in Av. vīsaiti. Skt. viṃśatí- f. with secondary nasalisation and i-flexion, and sec. stress (Schulze KZ 28, 277 n. 1 = Kl. Schr. 99 n. 3; cf. Schwyzer 381), Lat. vīgintī with sec. g; IE *ʔu̯i-ʔḱm̥t-ī prop. du. two dekades (from *-dḱm̥t-), to IE *du̯i- two and δέκα, s. v. and ἑκατόν. - Details Schwyzer 591, Wackernagel-Debrunner Aind. Gramm. 3, 366f., W.-Hofmann s. vīgintī.

Middle Liddell


indecl., twenty, Lat. viginti, Il., etc.; also in epic form ἐείκοσι, before a vowel ἐείκοσιν, Il.