Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναλαμβάνω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀναλαμβάνω Medium diacritics: ἀναλαμβάνω Low diacritics: αναλαμβάνω Capitals: ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΩ
Transliteration A: analambánō Transliteration B: analambanō Transliteration C: analamvano Beta Code: a)nalamba/nw

English (LSJ)

fut. -λήψομαι: Ion. pf.inf.Pass. -λελάμφθαι or

   A -λελάφθαι Hp.Off.11, part. -λελαμμένος Id.Art.11:—take up, take into one's hands, τὸ παιδίον Hdt.1.111; τὰ τόξα, τὰ ὅπλα, etc., 3.78, 9.46; take on board ship, 1.166, Th.7.25, etc.; take up into heaven, in Pass., LXX 4 Ki.2.9, Act.Ap.1.11: and generally, take with one, esp. of troops, supplies, etc., Hdt.9.51, Th.5.64, 8.27, etc.; part. ἀναλαβών often = with, ἄνδρας ἀναλαβὼν ἡγήσομαι X.An.7.3.36, cf. Th.5.7.    b suspend in a sling, Hp.Art.22.    c metaph., take up, for the purpose of examining, Pl.Ap.22b, Men.87e, al.    2 receive, φιλοφρόνως ἀ. Id.Ep.329d, etc.; of women, ἀ. τὴν γονήν conceive, Plu.2.495e.    3 take upon oneself, assume, τὴν προξενίαν Th.6.89; τὴν ἀρχήν Inscr.Prien.123; κόσμον, of a king, OGI383.135; ἐσθῆτα Plu.Arist.21; πρόσωπον, σχῆμα, Luc.Nigr.11, Somn.13.    4 in Med., undertake, engage in, ἀναλαβέσθαι κίνδυνον Hdt.3.69:—also Act., ἀντὶ τῆς φιλίας τὸν πόλεμον ἀναλαβεῖν Philipp. ap. D.18.78.    5 take up, adopt, Arist.Fr.76:—Pass., Aeschin.1.52, cf. Epicur.Fr.172.    6 of money, confiscate, in Pass., OGI338.24 (Pergam.), PSI1.104.10 (late ii A.D.); κλῆρος ἀνειλημμένος εἰς τὸ βασιλικόν PTeb.61b74 (ii B. C.), etc., Plu.2.484a, D.L.7.181.    7 learn by rote, Arr.Epict. 2.16.5, Plu.Ages.20, Alex.Aphr. in Top.494.31.    8 include, τῷ νόμῳ OGI629 (Palmyra).    9 Medic., make up ingredients, κηρῷ καὶ νάρδῳ Aret.CA1.1, cf. 2.3 (Pass.); so in Magic, ἀ. οἴνῳ καὶ μέλιτι, ὄξει, PMag.Par.1.1316, 2690.    10 raise, erect a wall, IG2.1054.9.    11 abs., lift up one's voice, LXX Nu.14.1.    II get back, regain, recover, τὴν ἀρχήν Hdt.3.73, X.HG3.5.10; ἀ. ἐπιστήμην Pl.Men.85d; οὐδ' ἀφέντι λίθον δυνατὸν ἀναλαβεῖν Arist.EN1114a18.    2 retrieve, make good, τὴν αἰτίην Hdt.7.231; ἁμαρτίαν S.Ph.1249, E.Ion426; τὴν ἀρχαίαν ἀρετήν X.Mem.3.5.14; ταῦτα ἀ. καὶ μεταγιγνώσκειν D. 21.109.    3 restore, repair, τὴν προτέρην κακότητα Hdt.8.109: abs., Id.5.121; ἀ. τὴν πόλιν ἐκ τῆς πρόσθεν ἀθυμίας X.HG6.5.21; ἀ. ἑαυτόν recover oneself, regain strength, Th.6.26, Pl.Com.10D., Men.Sam. 243; collect oneself, Isoc.5.22: abs., Pl.R.467b, D.18.163, Hp.Mul. 2.118.    4 take up again, resume, in narrative or argument, τὸν λόγον Hdt.5.62, Pl.R.544b, al.; πολλάκις ἀ. Id.Phd.95e; ἀναλαβεῖν διεξιόντα repeat in detail, Id.Euthd.275c; at Rome, ἀ. θυσίας, = instaurare sacra, Plu.Cor.25; ἀ. τῇ μνήμῃ recollect, Pl.Plt.294d; without τῇ μνήμῃ, Plu.Lyc.21; but ἀ. μνήμην recover a memory, Arist. Mem.451a22; πρὸς ἑαυτὸν ἀ. run over in one's mind, Pl.Ti.26a.    5 receive back into a family, Luc.Abd.9, al.    III pull up short, of a horse, X.Eq.3.5; check, οἷόνπερ ἵππον τὸν λόγον ἀ. Pl.Lg.701c; τὴν ὁρμὴν τῆς νεώς Plb.16.3.4; ἀ. τὰς κύνας call them back, X.Cyn.7.10.    IV win over, Ar.Eq.682, Din.1.28, Plu.Brut.24, al.; ἀ. τὸν ἀκροατήν Arist.Rh.1354b32.    V ἀγορὰν στοαῖς ἀνειλημμένην διτταῖς, perh. on a terrace supported by two colonnades, Dicaearch. 59.23; cf. ἀνάλημμα 11.

German (Pape)

[Seite 195] (s. λαμβάνω), 1) wieder nehmen, wieder erlangen, τὴν ἀρχήν Her. 3, 73; Thuc. 2, 16; ἣν ἐκέκτησθε Xen. Hell. 3, 5, 8; mit πάλιν, Piat. Ep. VIII, 352 c, vgl. Rcp. VI, 490 d; πάλιν τὰ κατεῤῥᾳθυμημένα ἀναλήψεσθαι Dem. 4, 7 u. öfter. Uebertr. auf die Rede, λόγον, wieder aufnehmen, nach einer Unterbrechung, Her. 5, 62; ἐξ ἀρχῆς Plat. Gorg. 506 c; ohne λόγον, ἐξ ἀρχῆς ἀναλ. Apol. 19 a; ἀπ' ἀρχῆς, wieder von Anfang anfangen, Arist. Eth. 10, 4, 1; ἀναλ. allein, Plut. Alc. 10. Bes. vom Wiedererhalten der Kräfte, sich erholen, ἀπὸ νόσου; ἀνέστη ἐξ ἀσθενείας καὶ ἀνέλαβεν ἑαυτόν Dem. 59, 58; οἱ δυστυχήσαντες ἀνέλαβον ἑαυτούς Isocr. 6, 40; ohne ἑαυτόν, z. B. ποιῆσαι καὶ τὴν ἄλλην πόλιν ἀδύνατον ἀναλαβεῖν, daß sie unmöglich wieder zu Kräften kommen kann, Plat. Rep. V, 467 b; vgl. Pol. 12, 26. Aehnl. τὴν πόλιν ἐκ τῆς πρόσθεν ἀθυμίας ἀνέλαβε Xen. Hell. 6, 5, 21, er erhob die Stadt zum Muthe; τὰς δυνάμεις, er stärkte die Truppen, Pol. 3, 60; τοὺς τετρωμένους, oft bei Xen.; τραυματίας Thuc. 8, 27, die Verwundeten mit sich, in seine Obhut nehmen. Uebtr., a) τὰς άμαρτίας Soph. Phil. 1233, die Fehler wieder gut machen, die schlechte That zurücknehmen; Eur. Ion. 426; τὴν προτέρην κακότητα Her. 8, 109; τὸ τρῶμα, die Niederlage, 5, 121; αἰτίαν 7, 231; τὰς κατασκευάς, die Einrichtungen wiederherstellen, erneuern, Thuc. 2, 16. – b) auf den Gemüthszustand, sich sammeln, zu sich kommen, ἐμαυτόν Plat. Lys. 210 e; ἐκπλαγείς Isocr. 5, 22. – 2) hieran schließt sich die Bdtg: hemmen, anhalten, eigtl. zurücknehmen, ἵππον Xen. Equ. 3. 5; κύνας, Hunde zurückrufen, Cyn. 7, 10; νεὼς ὁρμήν Pol. 16, 3, 4. Dah. Plat. Legg. III, 701 c οἷόνπερ ἴππον τὸν λόγον ἀναλαβεῖν sagt. – 3) in die Höhe nehmen, aufnehmen, τόξα, ὅπλα, den Bogen, die Waffen ergreifen, Her. 1, 78. 9, 53; παιδίον, ein Kind auf den Arm nehmen, 1, 111; ἐπὶ τὴν ἁρμάμαξαν, auf den Wagen zu sich nehmen, Xen. Hell. 6. 5, 9; εἰς τὴν ναῦν Pol. 30, 9, 8; ἐν πόλει, in die Stadt aufnehmen, Plut. So βίβλον εἰς τὰς χεῖρας Pol. 30, 4, 11; ἐπιστήμην ἐν ἑαυτῷ Plat. Men. 85 d; εἰς μνήμην u. μνήμῃ, mit dem Gedächtniß auffassen, Legg. IX, 864 b Polit. 294 d; ohne Zusatz auch: auswendig lernen, Plut. Ages. 20; daran reiht sich: πρόσωπον Κρέοντος, die Maske, Rolle des Kreon übernehmen, Luc. Nigr. 11; σχῆμα δουλοπρεπές, das Aeußere eines Sklaven annehmen, Somn. 13. Bes. von Soldaten, den Kriegsbedarf mit sich nehmen, bei Historikern häufig; das partic. τοὺς στρατιώτας ἀναλαβών, geradezu f. v. a. mit den Soldaten. – Ein Kleid anlegen, Plut. Aristid. 21 u. oft; πόλεμον, Krieg aufnehmen. anfangen, Pol. 2, 46, 1. – 4) aufnehmen, φιλοφρόνως Plat. Ep. VII. 329 d; bes. oft bei Plut. in die Bdtg »durch etwas für sich gewinnen« übergehend, z. B. δῆμον ἑστιάσεσι καὶ θυσίαις, Caes., διανομαῖς χρημάτων τοὺς πολλούς, Pericl., wie schon Arist. rhet. 1, 1 τὸν ἀκροατήν. – Med., über sich nehmen, sich unterziehen, κίνδυνον, μάχην, Her. 3, 69. 5, 49. Auch im act. so, δόξαν Xen. Hier. 2, 15; bes. oft Pol. πόλεμον, ἀπέχθειαν, 2, 46; τὴν αἰτίαν τῶν συμβάντων, die Schuld auf sich nehmen, 2, 51, 8; ἀρχήν, δυναστείαν, 22, 8. 3, 8, die Herrschaft übernehmen; τέχνας καὶ ἐμπειρίας, die Künste lernen.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναλαμβάνω: μέλλ. - λήψομαι (ἴδε λαμβάνω): - λαμβάνω εἰς χεῖράς μου, τὸ παιδίον Ἡροδ. 1. 111· τὰ ὅπλα, τὰ τόξα, κτλ., 6. 78., 9. 46: παραλαμβάνω ἐπὶ τοῦ πλοίου, 1. 166, Θουκ. 7. 25, κτλ.: καὶ καθόλου, λαμβάνω μετ’ ἐμαυτοῦ, ἰδίως ἐπὶ στρατιωτῶν, ζωοτροφιῶν, κτλ., Ἡρόδ. 9. 51, Θουκ. 5. 64, 8. 27, κτλ.· ἐντεῦθεν ἡ μετοχὴ ἀναλαβών, ὡς ἡ ἁπλῆ λαβών, δύναται πολλάκις νὰ ἑρμηνευθῇ διὰ τῆς προθ. μετὰ μετὰ γεν., ἄνδρας ἀναλαβὼν ἡγήσομαι, λαβὼν μετ’ ἐμοῦ. Ξεν. Ἀν. 7. 3, 36, πρβλ. Θουκ. 5. 7. β) λαμβάνω τι ὅπως ἐξετάσω αὐτό, Πλάτ. Ἀπολλ. 22B, Μένων 87E καὶ ἀλλ. 2) δέχομαι, φιλοφρόνως πάντας ἀνελάμβανε ὁ αὐτ. Ἐπιστ. 329D, κτλ.· ἐπὶ γυναικῶν, ἀν. τὴν γονήν, συλλαμβάνω ἐν τῇ γαστρί, ὁ αὐτ. 2. 495E, πρβλ. Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 10. 1, 6. 3) ἀναδέχομαί τι, ἀναλαμβάνω, λαμβάνω, τὴν προξενίαν Θουκ. 6. 89, τὴν ἀρχὴν Συλλ. Ἐπιγρ. 2906. 4· ἐσθῆτα Πλουτ. Ἀριστείδ. 21· πρόσωπον, σχῆμα Λουκ. Νιγρ. 11, Ἐνύπν. 13. 4) ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, ἀναλαμβάνω, ἐπιχειρῶ, ἀναλαβέσθαι τὸν κίνδυνον Ἡροδ. 3. 69· καὶ οὕτω πιθ., μάχας ἀναλαβέσθαι (πρβλ. ἀναβάλλω IV) ὁ αὐτ. 5. 49: - οὕτως, ἀντὶ φιλίας ταὸν πόλεμον ἀναλαβεῖν Φίλιππ. παρὰ Δημ. 251. 15. 5) λαμβάνω εἰς ἑταιρισμόν, εἰσποιοῦμαι, υἱοθετῶ, Αἰσχίν. 8. 12, Ἀριστ. Ἀποσπ. 66. 6) ἐπὶ χρημάτων, ἰδιοποιοῦμαι, δημεύω, Πλούτ. 2. 484A. 7) μανθάνω διὰ συνεχοῦς μηχανικῆς ἐπαναλήψεως, Πλουτ. Ἀγησ. 20. ΙΙ. Λαμβάνω ὀπίσω, ἀνακτῶμαι, τὴν ἀρχὴν Ἡρόδ. 3. 73. Ξεν. Ἑλλ. 3. 5, 10· ἀν. ἐπιστήμην Πλάτ. Μένων. 85D· ἀφεθέντα λίθον οὐ δυνατὸν ἀναλαβεῖν Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 3. 5, 14· 2) ἐπανοθρῶ ἁμάρτημα εἰς ὃ ὑπέπεσον, ἀπαλλάσσομαι ὀνείδους ἢ ἀτιμίας καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὴν πρώτην μου ἔντιμον θέσιν, ἀνακτῶμαι τὴν ἀπολεσθεῖσαν ὑπόληψίν μου, ἐν τῇ ἐν Πλαταιῇσι μάχῃ ἀνέλαβε πᾶσαν τὴν ἐπενεχθεῖσάν οἱ αἰτίην Ἡρόδ. 7. 231· τὴν ἁμαρτίαν ἀναλαβεῖν πειράσομαι Σοφ. Φ. 1249, Εὐρ. Ἴων. 426· τί ἂν ποιοῦντες ἀναλάβοιεν τὴν ἀρχαίαν ἀρετήν; Ξεν. Ἀπομν. 3. 5, 14· ταῦτα ἀναλ. καὶ μεταγιγνώσκειν Δημ. 550. 14· ἴδε ἐν λ. καταρρᾳθυμέω. 3) ἀποκαθιστῶ εἰς ὑγείαν καὶ ἰσχύν, θεραπεύω, ἀνορθῶ, ἀναζωπυρῶ, Λατ. reficere, τρῶμα, κακότητα Ἡρόδ. 5. 121., 8. 109· ἀναλ. τὴν πόλιν ἐκ τῆς πρόσθεν ἀθυμίας Ξεν. Ἑλλ. 6. 5, 21: - ἀν. ἑαυτόν, ἀναλαμβάνω, ἀνακτῶμαι ἰσχύν, ἀναζωογονοῦμαι, Θουκ. 6. 26, κτλ.· πρβλ. Δημ. 282. 2: - ἔρχομαι εἰς τὰ λογικά μου, Ἰσοκρ. 86D· οὕτω καὶ ἀναλαβεῖν, ἀπολ., Πλάτ. Πολ. 467B, Δημ. 282. 2, καὶ Ἰατρ. 4) ἐπανέρχομαι εἰς τὴν διακοπεῖσαν ἀφήγησιν, ἐξακολουθῶ τὴν συνέχειαν ἐν διηγήσει ἢ λογικῇ συζητήσει, δεῖ δὲ ... ἀναλαβεῖν τὸν κατ’ ἀρχὰς ἤϊα λέξεων λόγον Ἡρόδ. 5. 62, Πλάτ. Πολ. 544B, καὶ ἀλλ.· πρὸς ἐμαυτὸν πάντα ἀν ὁ αὐτ. Τίμ. 26A· πολλάκις ἀν. ὁ αὐτ. Φαίδων 95E· ἀναλαβεῖν διεξιόντα, ἐπαναλαβεῖν ἐν λεπτομερείᾳ ὁ αὐτ. Εὐθύδ. 275C· - ἀν. τῇ μνήμῃ, ἀναμιμνήσκεσθαι, ἐνδυμεῖσθαι, ὁ αὐτ. Πολιτικ. 294D· προσέτι καὶ ἄνευ τῆς δοτικῆς τῇ μνήμῃ: καὶ τοὺς ἐμβατηρίους ἀναλαβὼν Πλουτ. Λυκοῦργ. 21· ἀλλά, ἀν. μνήμην, ἀνακτῶμαι μνήμην, Ἀριστ. Περὶ Μνήμ. 2. 2. ΙΙΙ. «σταματῶ», ἐπὶ ἵππου, εἰ ἀφεθεὶς ἐς τάχος ἀναλαμβάνεται ἐν βραχεῖ Ξεν. Ἱππ. 3. 5: - ἐμποδίζω, Πλάτ. Νόμ. 701C, Πολύβ., κτλ.· οὕτως ἀν. τὰς κύνας, ἀνακαλῶ αὐτάς, καλῶ αὐτὰς νὰ ἐπανέλθωσι, Ξεν. Κυν. 7. 10. IV. ἀποκτῶ τὴν εὔνοιάν τινος, καθιστῶ αὐτὸν φίλον μου, ὥστε τὴν βουλὴν ὅλην ... ἀναλαβὼν ἐλήλυθα «εἰς ἐμαυτὸν τῇ εὐνοίᾳ πείσας ῥέπειν» (Σχόλ.), Ἀριστοφ. Ἱππ. 682, Δείναρχ. 93. 43· ἀν. τὸν ἀκροατὴν Ἀριστ. Ρητ. 1. 1. 10.

French (Bailly abrégé)

f. ἀναλήψομαι, ao.2 ἀνέλαβον;
I. (ἀνά, en haut);
1 prendre en enlevant ; παιδίον prendre un petit enfant dans ses bras;
2 fig. accueillir, recevoir;
3 prendre avec soi, emmener;
4 fig. attirer à soi, gagner, se concilier;
5 prendre sur soi, prendre en mains, se revêtir de, se charger de ; adopter (un enfant);
6 prendre pour soi, s’approprier, confisquer;
II. (ἀνά, de nouveau);
1 reprendre ; ἀν. ἑαυτὸν ἀπὸ τῆς νόσου ou ἀν. ἑαυτόν se remettre d’une maladie ; p. anal. ἀν. ἑαυτόν ISOCR se remettre (d’une secousse, d’une surprise, etc.) ; ἀν. τινὰ καὶ παραμυθεῖσθαι PLUT réconforter et encourager qqn ; τὰ πράγματα πάλιν ἀναλήψεσθαι καὶ γενήσεσθαι βελτίω DÉM les affaires (de l’État) reprendront leur assiette et redeviendront meilleures ; p. anal. ἀν. ἁμαρτίαν SOPH réparer un échec;
2 reprendre par la parole ou par la pensée, résumer ; abs. ἀν. ἐξ ἀρχῆς PLAT reprendre dès le commencement (l’examen d’une question) ; ἀν. τῇ μνήμῃ, ou abs. ἀν. rappeler dans sa mémoire;
III. (ἀνά, en arrière) ramener en arrière, retenir, arrêter;
Moy. ἀναλαμβάνομαι prendre pour soi, se charger de : κίνδυνον HDT affronter un danger.
Étymologie: ἀνά, λαμβάνω.

Spanish (DGE)

A Icon idea de elevación
1 hacer subir a bordo, poner a bordo τὰ τέκνα καὶ τὰς γυναῖκας Hdt.1.166, cf. Th.7.25.
2 levantar, alzar un muro IG 22.1668.9 (IV a.C.), τὸ κλῖνον PFay.20.14
en v. pas. ser llevado al cielo LXX 4Re.2.9, Act.Ap.1.11
act. abs. alzar la voz, clamar LXX Nu.14.1.
3 medic. poner en cabestrillo μασχάλην Hp.Art.22.
II sin idea de elevación
1 de cosas, esp. de armas tomar, coger τὰ τόξα Hdt.3.78, τὰ ὅπλα Hdt.9.46, ἀντὶ τῆς ... φιλίας τὸν πόλεμον Philipp. Maced.3
fig. τὴν πανοπλίαν τοῦ θεοῦ Ep.Eph.6.13
de dinero o propiedades confiscar en v. pas. IP 249.24 (II a.C.), τὰ ὑπάρχοντα PSI 104.10 (II d.C.), ἀρούρας PTeb.302.7 (II d.C.), cf. 61.74 (II a.C.), Plu.2.484a, D.L.7.181
en gener. tomar como objeto de estudio τὰ ποιήματα Pl.Ap.22b, cf. Men.87e.
2 de pers. tomar consigo τὸ παιδίον Hdt.1.111, τοὺς ξυμμάχους Th.5.64, cf. X.An.7.3.36
recibir τοὺς ὀπέωνας Hdt.9.51, αὖθις ἀναλαβόντι καὶ λύσαντι τὴν ἀποκήρυξιν recibiéndolo de nuevo (al hijo) y anulando el desheredamiento Luc.Abd.9
recoger a un niño adoptar Arist.Fr.76, cf. en v. pas., Aeschin.1.52
emplear a alguien en un trabajo εἰς μὲν τὸν ἀριθμὸν αὐτοὺς ἀναλάβω BGU 15.2.12 (II a.C.).
3 fig. tomar en cuenta πρὸς ἐμαυτὸν ἀ. ὃ λέγεις Pl.Hp.Ma.288a
aprender de memoria, aprender bien τὰ γεγραμμένα Arr.Epict.2.16.5, cf. Plu.Ages.20, Alex.Aphr.in Top.494.31, POxy.724.8 (II d.C.).
4 arq. rodear ἀγορὰν ... στοαῖς ἀνειλημμένην διτταῖς plaza rodeada por dos columnatas Ps.Dicaearch.23.
5 farm. y mág. mezclar c. dat. κηρῷ καὶ νάρδῳ Aret.CA 1.1.25, cf. 2.3, οἴνῳ ... καὶ μέλιτι PMag.4.1316, ὄξει PMag.4.2690, cf. PSI 718.8 (IV/V d.C.).
III según un cont. amplio que indica dirección hacia uno mismo
1 recibir, acoger Μενέλεων δ' οὐ τάρβος ἡμῖν ἀναλαβεῖν ἔσω ξίφους no tememos recibir a Menelao a punta de espada E.Or.1531, φιλοφρόνως πάντας Pl.Ep.329d, τὴν γονήν Plu.2.495e
en lit. crist. recibir la comunión, Clem.Al.Paed.1.6.43, el hábito monacal, Nil.M.79.728B.
2 fig. de pers. ganarse a τὴν βουλὴν ὅλην ὀβολοῦ Ar.Eq.682, cf. Din.1.28, Plu.Brut.24, τὸν ἀκροατήν Arist.Rh.1354b32, cf. en v. pas. Epicur.Fr.[102] 11.
3 fig. de cosas asumir, aceptar τὴν προξενίαν Th.6.89, πρόσωπον Luc.Nigr.11, σχῆμα Luc.Somn.13
en lit. crist., de Cristo asumir cuerpo humano Eus.DE 7.3 (p.339.27)
esp. de dignidades τὴν ἀρχήν Isoc.3.28, IPr.123, δόξαν Isoc.8.141, Plb.31.25.2, de atributos reales, etc. κόσμον IGLS 1.135 (Comagene I a.C.), διάδημα Plb.5.42.7, ἐσθῆτα Plu.Arist.21
en v. med. mismo sent. arrostrar κίνδυνον Hdt.3.69.
IV de listas, archivos, etc., incluir, meter ἐν τῷ νόμῳ OGI 629.7 (Palmira), un asunto en el archivo BGU 19.1.10 (II d.C.), dracmas en un presupuesto BGU 269.7 (II/III d.C.), n. de pers. en una lista, Wilcken Chr.21.220.16 (II d.C.)
gener. meter τῷ δεσμωτηρίῳ BGU 1024.6.9 (IV d.C.).
B c. sent. ‘de nuevo’ o ‘hacia atrás’
I 1recuperar λέχος E.IA 390, τὴν ἀρχὴν Hdt.3.73, τὸ πνεῦμα Hp.Morb.Sacr.10.5, λίθον Arist.EN 1114a18, μνήμην Arist.Mem.451a22, ἐνέχυρα PFlor.313.13 (V d.C.), ἀναλαμβάνομεν τὰς ἐπιστήμας volvemos a encontrar por reminiscencia Pl.Phd.75e, cf. Men.85d.
2 hacer que se recobre, reanimar ἐκ τῆς πρόσθεν ἀθυμίας ... τὴν πόλιν X.HG 6.5.21, τὰς δυνάμεις ἐκ τοῦ πλοῦ Plb.3.41.8
dar un descanso τοὺς κάμνοντας Plb.12.26.6
c. refl. recobrarse, reanimarse ἀνειλήφει ἡ πόλις ἑαυτήν Th.6.26, cf. Isoc.5.22, Men.Sam.588, POxy.2981.9 (II a.C.), abs. τὴν ἄλλην πόλιν ἀδύνατον ἀναλαβεῖν Pl.R.467b, cf. Pl.Com.142A, D.18.163, Hp.Mul.2.118
en v. med. οἱ ἀναλαμβανόμενοι los convalecientes Gal.10.679
pero del cosmos recobrarse, reanimarse πάλιν ἀναλαμβάνεται καὶ ἐκπυροῦται Heraclit.B 31.
3 fig. reparar τὴν ἁμαρτίαν ... ἀναλαβεῖν πειράσομαι S.Ph.1249, cf. E.Io 426, τὴν ... αἰτίην Hdt.7.231, τὴν προτέρην κακότητα Hdt.8.109, ταῦτ' ἀναλαμβάνειν καὶ μεταγιγνώσκειν D.21.109
compensar ἡ φύσις ἀναλαμβάνει τὴν τοῦ στόματος ἔνδειαν Arist.PA 674b29.
4 devolver τὸν κλῆρον εἰς βασιλικόν PLille 14.5.
II 1recapitular τὸν λόγον Hdt.5.62, Pl.R.544b, cf. Phd.95e, ἀναλαβεῖν διεξίοντα σοφίαν recapitular cuando se está exponiendo un saber Pl.Euthd.275c, διὰ τῆς μνήμης ἀ. repasar Porph.Plot.15.13, cf. τὰ τῶν γραφέων πταίσματα Longin. en Porph.Plot.19.22
reanudar θυσίας δὲ καὶ πομπάς Plu.Cor.25
en perf. obtener el saldo, PTeb.67.43 (II a.C.).
2 recordar μνήμῃ τὰς ... ἐπιτάξεις Pl.Plt.294d, cf. Plu.Lyc.21, πρὸς ἐμαυτόν repasar mentalmente Pl.Ti.26a.
III 1echar atrás, frenar esp. caballos, X.Eq.3.5, naves τὴν ὁρμὴν τῆς νεώς Plb.16.3.4
fig. οἷόνπερ ἵππον τὸν λόγον Pl.Lg.701c.
2 llamar atrás τὰς κύνας X.Cyn.7.10.

English (Strong)

from ἀνά and λαμβάνω; to take up: receive up, take (in, unto, up).

English (Thayer)

2nd aorist ἀνέλαβον; 1st aorist passive ἀνελήφθην (ἀνελήμφθην L T Tr WH; cf. Winer s Grammar, p. 48 (Buttmann, 62 (54); Veitch, (under the word λαμβάνω); see λαμβάνω, and under the word, M, μ')); (from Herodotus down);
1. to take up, raise: εἰς τόν οὐρανόν, Sept. Winer's Grammar, 413 (385)) (to take up (a thing in order to carry or use it): to take to oneself: τινα, in order to conduct him, to take up namely, into the ship.

Greek Monolingual

ἀναλαμβάνω
Ν αναλαβαίνω)
1. παίρνω (στα χέρια μου), λαμβάνω
2. δέχομαι να φέρω σε πέρας κάποια εργασία ή υπόθεση, επωμίζομαι την ευθύνη για κάτι
3. αρχίζω να εργάζομαι ως υπάλληλος σε υπηρεσία, αποκτώ κάποιο αξίωμα
4. ανακτώ τις δυνάμεις μου, αναρρώνω, δυναμώνω
5. παθ. ανέρχομαι στον ουρανό και εξαφανίζομαι
«αναστάς εκ νεκρών ο Ιησούς ανελήφθη»
«αναλήφθηκαν τα χρυσαφικά»
νεοελλ.
1. επανακτώ τις προηγούμενες οικονομικές μου δυνάμεις μετά από πτώχευση, επανέρχομαι στην προηγούμενη οικονομική μου κατάσταση
2. (για καταθέσεις χρημάτων) παίρνω πίσω, αποσύρω, σηκώνω
3. παίρνω φωτιά, καίγομαι
«ουρανέ, ρίξε φωτιά, ο κόσμος ν’ αναλάβει» (Ερωτόκρ.)
αρχ.
1. παίρνω μαζί μου
2. αναρτώ, κρεμώ
3. παίρνω για εξέταση
4. (για γυναίκα) μένω έγκυος, συλλαμβάνω
5. κάνω κάτι δικό μου, ιδιοποιούμαι
6. (για περιουσία) δημεύω
7. μαθαίνω μηχανικά, παπαγαλίζω
8. υψώνω (τη φωνή μου κ.λπ.)
9. δέχομαι, παίρνω πίσω, ξαναπαίρνω, ξαναποκτώ
10. επανορθώνω, διορθώνω, αποκαθιστώ
11. συνεχίζω τον λόγο μου μετά από διακοπή, επαναλαμβάνω, επανέρχομαι
12. συγκρατώ, εμποδίζω, αναχαιτίζω, σταματώ
13. καλώ πίσω, ανακαλώ
14. παίρνω με το μέρος μου, κερδίζω την εύνοια κάποιου
15. (για ενδύματα) φορώ
16. (και μεσ.) «ἀναλαβεῑν τὸν πόλεμον» ή «κίνδυνον ἀναλαβέσθαι», επιχειρώ κάτι
17. (αυτοπ.) έρχομαι στα λογικά μου, συνέρχομαι
18. φρ. «ἀναλαμβάνω μνήμην», ξαναβρίσκω τη μνήμη μου
«ἀναλαμβάνω τῇ μνήμῃ», θυμάμαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + λαμβάνω.
ΠΑΡ. ανάλημμα, αναληπτέος. αναληπτικός, ανάληψη (-ις)
αρχ.
ἀναληπτήρ, ἀναληπητρίς μσν.-νεοελλ. ἀνάλαβος.

Greek Monotonic

ἀναλαμβάνω: μέλ. -λήψομαι,
I. 1. αναλαμβάνω, παίρνω στα χέρια μου, σε Ηρόδ.· παραλαμβάνω στο πλοίο, στον ίδ., Θουκ.· γενικά, λαμβάνω για τον εαυτό μου, σε Θουκ.
2. παίρνω κάτι, με σκοπό την εξέταση ή τη μελέτη, σε Πλάτ.
3. αναλαμβάνω, αναδέχομαι, τὴν προξενίαν, σε Θουκ. κ.λπ.
4. Μέσ., αποδέχομαι, αναλαμβάνω, δεσμεύομαι, κίνδυνον, μάχην, σε Ηρόδ.
5. μαθαίνω εκ πείρας, σε Πλούτ.
II. ανακτώ, ξανακερδίζω, παίρνω πίσω, τὴν ἀρχήν, σε Ηρόδ., Ξεν.
2. αποκαθιστώ, επανορθώνω, κάνω καλό, τὴν αἰτίην, σε Ηρόδ.· ἁμαρτίαν, σε Σοφ.
3. επιδιορθώνω, επανορθώνω, σε Ηρόδ.· ἀν. ἑαυτόν, ανακτώ δύναμη, ξαναζωντανεύω, σε Θουκ.
4. ανακεφαλαιώνω, συνοψίζω, τὸν λόγον, σε Ηρόδ., Πλάτ.· ενθυμούμαι, συναθροίζω, σε Πλούτ.
III. σταματώ, αναχαιτίζω άλογο, σε Ξεν.· ἀν. τὰς κύνας, τους ανακαλώ, στον ίδ.
IV. αποκτώ την εύνοια κάποιου, τον «κερδίζω», σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἀναλαμβάνω: тж. med.
1) брать (εἰς τὰς χεῖράς τι Polyb.): σκεψώμεθα καθ᾽ ἕκαστον ἀναλαμβάνοντες Plat. возьмем и рассмотрим поодиночке; ἀναλήψεσθαι τὰ ὅπλα Plut. взяться за оружие;
2) брать на руки, поднимать (τὸ παιδίον Her.);
3) надевать на себя (τὰ τόξα Her.; λευκὴν ἐσθῆτα Plut.): Ἀγαμέμνονος πρόσωπον ἀνειληφώς Luc. надевший маску Агамемнона, т. е. играющий роль Агамемнона;
4) брать с собой (τοὺς ξυμμάχους Thuc.; ὅσον τριάκοντα Plut.): ὑμὰς ἀναλαβὼν ἡγήσομαι Xen. я возьму вас и поведу с собой;
5) принимать к себе или на себя (ὁπλίτας ἐπὶ τὰς ναῦς Thuc.; φιλοφρόνως τινά Plat.; ἐν ταῖς οἰκίαις τινά Aeschin.; τὴν αἰτίαν τινός Polyb. - ср. 11; σχῆμά τι Plut., Luc.); брать на себя: ἀναλαβέσθαι κίνδυνον Her. решиться на опасное дело; τὸν πόλεμον ἀναλαβεῖν Dem. начать войну; τὴν ὑπατείαν ἀναλαβεῖν Plut. принять консульство;
6) воспринимать, усваивать, приобретать (δόξαν Xen., Polyb.; τὰς ὀσμάς Arst.): τὸ ὑγρὸν εἰς αὑτὸ ἀ. Arst. вбирать в себя влагу; τὴν γονὴν ἀναλαβεῖν Plut. принять в себя семя, зачать; ἡ οὐσία εἰς τὸ ταμιεῖον ἀναληφθεῖσα Plut. конфискованное имущество (досл. взятое в казну); ἀ. εἰς μνήμην или τῇ μνήμῃ Plat. удерживать в памяти, запоминать; λόγος ἀπολελειμμένος Plut. заученная (наизусть) речь;
7) вновь начинать, повторять (πολλάκις Plat.): δεῖ ἀναλαβέειν τὸν κατ᾽ ἀρχὰς ἤϊα λέξων λόγον Her. мне нужно вернуться к начатому мной рассказу;
8) перечислять, пересказывать (πάντας τοὺς προγόνους ἐξ ἀρχῆς Arst.);
9) снова брать, обратно получать или принимать, восстанавливать (ἀρχὴν ἣν πρότερον ἐκέκτησθε Xen.; θυσίας καὶ πομπάς Plut.);
10) пробуждать, воскрешать (ἐπιστήμην ἐν αὑτῷ Plat.; τὴν πόλιν ἐκ τῆς πρόσθεν ἀθυμίας Polyb.);
11) исправлять, заглаживать (πᾶσαν τὴν αἰτίην Her.; τὰς ἁμαρτίας Soph.): τὸ τρῶμα ἀνέλαβον Her. они оправились от поражения; ἀνειληφότες τὰς κατασκευὰς μετὰ τὰ Μηδικά Thuc. восстановившие свои хозяйства после Греко-Персидских войн;
12) дать прийти в себя, дать отдохнуть; подкреплять; подбадривать (τὰς δυνάμεις Polyb.; τὸν στρατόν Plut.);
13) приходить в себя, оправляться (ἐξ ἀρρωστίας μεγάλης Plut.): ἀναλαβεῖν ἑαυτὸν ἀπό τινος Thuc. оправиться от чего-л.; ἀναλαβὼν ἑμαυτὸν, ἀντεῖπον Isocr. прийдя в себя, я ответил;
14) задерживать, останавливать (ἵππον Xen., Plat.; ἀφεθέντα λίθον Arst.): τῇ μίτρᾳ ἀνειλημμένος τοὺς βοστρύχους Luc. с кудрями, перехваченными повязкой;
15) склонять на свою сторону, располагать в свою пользу (τὸν ἀκροατήν Arst.; δῆμον ἑστιάσεσι Plut.).

Middle Liddell


I. to take up, take into one's hands, Hdt.: to take on board ship, Hdt., Thuc.: generally, to take with one, Thuc.
2. to take up, for the purpose of examining or considering, Plat.
3. to take upon oneself, assume, τὴν προξενίαν Thuc., etc.
4. Mid. to take upon oneself, undertake, engage in, κίνδυνον, μάχην Hdt.
5. to learn by rote, Plut.
II. to get back, regain, recover, τὴν ἀρχήν Hdt., Xen.
2. to retrieve, make good, τὴν αἰτίην Hdt.; ἁμαρτίαν Soph.
3. to restore, repair, Hdt.; ἀν. ἑαυτόν to regain strength, revive, Thuc.
4. to take up again, resume, τὸν λόγον Hdt., Plat.: to recollect, Plut.
III. to pull short up, to check a horse, Xen.: ἀν. τὰς κύνας to call them back, Xen.
IV. to gain quite over, win over, Ar.

Chinese

原文音譯:¢nalamb£nw 安那-藍巴挪
詞類次數:動詞(13)
原文字根:向上-得著(向上) 相當於: (סָלַק‎ / עָלָה‎)
字義溯源:接,承擔,接上去,被接上升,拿起,抬著,提出,接回,接收;由(ἀνά)*=上到)與(λαμβάνω)*=拿,取)組成。這字用了13次,其中6次是說到主耶穌被接到天上
出現次數:總共(13);可(1);徒(8);弗(2);提前(1);提後(1)
譯字彙編
1) 要拿起(2) 弗6:13; 弗6:16;
2) 被接上升(2) 徒1:2; 徒1:22;
3) 被接(2) 可16:19; 提前3:16;
4) 我們就接⋯上(1) 徒20:14;
5) 提出(1) 徒23:31;
6) 接回(1) 提後4:11;
7) 被收回(1) 徒10:16;
8) 被接升(1) 徒1:11;
9) 你們抬著(1) 徒7:43;
10) 接(1) 徒20:13