Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άγρα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α ἄγρα)
καταδίωξη και σύλληψη ζώων, πτηνών κ.λπ., θήρα, κυνήγι
νεοελλ.
επιδίωξη, επίμονη αναζήτηση
αρχ.
1. τρόπος κυνηγιού
2. ψάρεμα
3. θήραμα, αλίευμα, λάφυρο.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Συνδέεται με το ρ. ἀγρῶ βλ. λ., το σανσκρ. ghāse -ajra- (= παρακινώ σε φάγωμα, σπάραγμα) και το αρχ. ιρλανδ. ār (= ήττα, σφαγή).
ΠΑΡ. αρχ. ἀγραῖος, ἀγρεύς, ἀγρεύω, ἀγρότερος (Ι), άγρότης (II) ἀγρώσσω, ἀγρώστης, μσν. ἀγράριον.
ΣΥΝΘ. βοάγριον, ζωγρέω, θήραγρος, πάναγρος, ποδάγρα κ.ά.].