Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αθίβολος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

και ανθίβολος, ο, και ανθίβολο, το
1. είδος μικρού διχτυού, που ρίχνει ο ψαράς από τη στεριά (στην αρχαιότητα ονομαζόταν αμφίβολος και στα μεταγενέστερα χρόνια αμφιβολή και αμφίβληστρον). Συνών.: πεζόβολος, καβουροσύρτης, γκαγκάβα, δράγα
2. μτφ. αυτό που μπορεί να συμβεί κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο
παροιμ. «σού δίνει η μοίρα ανθίβολο και καταπώς τον ρίξεις».
[ΕΤΥΜΟΛ. < αφίβολος, με ανομοίωση, λόγω του ακολουθούντος συνεχόμενου χειλικού συμφώνου β (πρβλ. αθιβάλλω) αρχ. ἀμφίβολος.
ΠΑΡ. αθιβολεύω (Ι), αθιβολιά, αθιβολιάρης].