Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποπνέω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(AM ἀποπνέω)
1. αναδίδω οσμή, μυρίζω
2. εκπνέω, ξεψυχώ, πεθαίνω
μσν.
παύω να πνέω
αρχ.
1. αναδίδω δυσάρεστη οσμή, όζω
2. αποβάλλω κάτι, απαλλάσσομαι από κάτι
3. αναγκάζω κάτι ή κάποιον να εκπνεύσει
4. αναπνέω δυνατά
5. αναδίδομαι ως αναθυμίαση, εξατμίζομαι
6. πνέω, φυσάω από κάπου
7. (για φώτα) σβήνομαι.