Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φυσάω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: φῡσάω Medium diacritics: φυσάω Low diacritics: φυσάω Capitals: ΦΥΣΑΩ
Transliteration A: physáō Transliteration B: physaō Transliteration C: fysao Beta Code: fusa/w

English (LSJ)

Ion. pres. part. A φυσέων Call.Iamb.1.101 (rightly censured by Sch. in PSI9.1094.30): (φῦσα): I abs., blow, puff (opp. ἀάζω, Arist.Pr.964a11), of bellows, φῦσαι . . ἐφύσων Il.18.470; of the wind, 23.218; of men, φυσητῆρας ἐσθέντες . . φυσῶσι τοῖσι στόμασι Hdt.4.2, cf. Th.4.100, Call.l.c.; δεινὰ φυσᾷ snorts furiously, E.IA381 (troch.); metaph. from a flute-player, φυσᾷ γὰρ οὐ σμικροῖσιν αὐλίσκοις S.Fr. 768; μέγαφυσᾶν, Lat. magnum spirare, E.IA125 (anap.); οἱ φυσῶντες ἐφ' ἑαυτοῖς μέγα Men.302; μεγάλα φ. Id.Epit.492, Ph.2.85; ἡλίκον ἐφύσα τότε Luc.Nec.12; αἷμαφυσῶν Ἄρης breathing blood and murder, S.El.1385 (lyr.); πολιτικὸν φύσημα φ. swell with political pride, Pl. Alc.2.145e; abs., παύου φυσῶν Ephipp.5.20 (anap.); οὐκ ἐφύσων οἱ Λάκωνες ὡς ἀπόρθητοί ποτε; Antiph.117 (troch.); τῇ γένῇ φυσῶντες Herod.2.32; φυσῶσα ἐπὶ τῷ γένει D.Chr.58.5. II trans., puff or blow up, distend, φ. κύστιν blow up a bladder, Ar.Nu.405 (anap.); of bag-pipers, Id.Ach.863; φ. δίκτυον, prov. of labour in vain, Phryn. PSp.121 B.; φ. τὴν γνάθον, of one going to be shaved, Ar.Th.221 (but φ. τὰς γνάθους to puff them up, of pride, D.19.314); distend, of disease, AP11.13 (Ammian.):—Pass., ἀσκοὶ πεφυσαμένοι Sophr. in PSI11.1214d9 (cf. Epich.246); φλέβας φυσωμένας Hdt.4.2; ἡ γαστὴρ ἐπεφύσητό μου Ar.Pl.699; πρόβατα ἀποδαρέντα καὶ φυσηθέντα X.An.3.5.9; πεφυσημένοι puffy, swollen, opp. εὔχροοι, Id.Lac.5.8. b later of a solid swelling, e.g. of the tongue, ὅταν φυσηθῇ Aët.8.40; of the male breasts at puberty, φυσῶνται κατὰ ποσόν Paul.Aeg.6.46. 2 metaph., puff one up, make him vain, and so cheat him, D.13.12, 59.38; φ. αὐτὸς ἑαυτόν Aristaenet.1.27:—Pass., to be puffed up, ἐπὶ δυνάμει X.Mem.1.2.25, cf. D.59.97, Arr.Epict.2.16.10; ὑπὸ τῆς τύχης Plu. 2.68f; πεφυσημένοι τὴν ψυχήν D.Chr.30.19. 3 blow up, kindle, τὸ πῦρ Pherecr.60, Dionys.Com.2.16; τὸν φανόν Philippid.16: but also, 4 blow out, extinguish, τὴν λαμπάδα Ar.Ra.1098 (anap.), cf. Thphr.Ign.28 (Pass.). 5 blow out, spurt or spout out, φυσῶντ' ἄνω πρὸς ῥῖνας . . αἷμα S.Aj.918. 6 blow a wind instrument, φ. κόχλους E. IT303; also φυσᾶν abs., Ar.Av.859, cf. Epigr. ap. Ath.8.337f; φυσᾶντες (Boeot.) Ar.Ach.868; χέρ' ἐφύση blew into... Theoc.19.3:—Pass., κόχλου φυσηθέντος Id.22.77. 7 Pass., to be blown about, ἀκάνθης πάππος ὣς φυσώμενος S.Fr.868; πέτεται [ὁ πάππος]... ὑπὸ τῶν παιδίων φ. Eub.107.22.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1317] ion. φυσέω, blasen, eigtl. nach Arist. probl. 34, 7 Ggstz von ἀάζω, w. m. s.; vom Winde, Pol. 1, 48, 5; hauchen, von Menschen, Her. 4, 2; schnauben, φυσῶντ' ἄνω προς ῥῖνας Soph. Ai. 918, vgl. 1391; vom Blasebalge, Il. 18, 470; vom Winde, wehen, 23, 218; δεινὰ φυσάω, schrecklich schnauben, zornig sein, Eur. I. A. 381; μέγα φυσᾶν, stolz und aufgeblasen sein; φύσημα πολιτικόν φ. Plat. Alc. II, 145 e. – Gew. trans., aufblasen, aufblähen; φλέβας φυσεωμένας Her. 4, 2; im obscönen Sinne Strat. 3 (XII, 3); τὰς γνάθους, die Backen aufblasen, als Ausdruck des Stolzes, Ar. Th. 221, wie Dem. 19, 314; sprichwörtl. δίκτυον φυσᾶν, ein Netz aufblasen, von vergeblicher Arbeit, B. A. 69. – Übertr., τινά, Einen durch Lob, Schmeichelei u. vgl. aufgeblasen, hochmüthig machen, μετεωρίσας καὶ φυσήσας ὑμᾶς κατέβη Dem. 13, 12; ἐπάρας καὶ φυσήσας αὐτήν Dem. 59, 38; u. pass., ἐφ' οἷς φυσηθεὶς Παυσανίας 59, 97, aufgeblasen sein; vgl. Xen. Mem. 1, 2,25. – Anblasen, anfachen, durch Blasen in Bewegung setzen, Sp.; auch ein Blasinstrument, die Flöte blasen, Ar. Av. 859 Soph. frg. 753, Pol. 30, 13, 8; αὐλούς Plut. Alc. 2. – Aushauchen, herausblasen, ausströmen lassen.

Greek (Liddell-Scott)

φῡσάω: Ἰων. -έω, μέλλ. -ήσω· (φῦσα)· Ι. ἀπολ., φυσῶ, (ἀντίθετον τῷ ἀάζω, Ἀριστ. Προβλ. 34. 7, 1). ἐπὶ φυσῶν φῦσαι... ἐφύσων Ἰλ. Σ. 470 ἐπὶ τοῦ ἀνέμου, Ψ. 218· ἐπὶ ἀνδρῶν, φυσητῆρας ἐσθέντες... φυσῶσι τοῖς στόμασι Ἡρόδ. 4. 2· δεινὰ φυσᾶν, δεινῶς ῥέγκειν, Εὐρ. Ἰφ. ἐν Αὐλ. 381· κατὰ μεταφορὰν ἐξ αὐλητοῦ, φυσᾷ γὰρ οὐ σμικροῖσιν αὐλίσκοις Σοφ. Ἀποσπ. 753, πρβλ. Ὑπερείδ. παρ’ Ἀθην. 591F· οὕτω, μέγα φυσᾶν, Λατιν. magnum spirare, μεγάλως ἀγανακτεῖν, Εὐρ. Ἰφ. ἐν Αὐλ. 125· φ. τὸ αἷμα, πνέω αἷμα καὶ φόνον, Σοφοκλ. Ἠλ. 1385· φύσημα πολιτικὸν φυσῶ, φουσκώνω ἐκ πολιτικῆς ὑπερηφανίας, Πλάτ. Ἀλκ. 2. 145Ε ψυχρὸν τουτὶ παύου φυσῶν, Μακεδὼν ἄρχων Ἔφιππος ἐν «Γηρυόνῃ» 1. 20· ― πρβλ. φυσιάω. ΙΙ. μεταβ. φυσῶ εἴς τι, «φουσκώνω» τι, διαστέλλω, φ. κύστιν, φουσκώνω αὐτήν, Ἀριστοφ. Νεφ. 404, πρβλ. Ξεν. Ἀνάβ. 3. 5, 9· ἐπὶ ἀσκαύλου (γάϊδας), Ἀριστοφ. Ἀχ. 863, 868· φυσᾶν δίκτυον: «παροιμία ἐπὶ τῶν μάτην τι πραττόντων» Ἀν. Βεκ 69, 26· φ. τὴν γνάθον, ἐπὶ τοῦ μέλλοντος νὰ ξυρισθῇ κατὰ τὴν παρειάν, Ἀριστοφ. Θεσμ. 221· ἀλλά, φ. τὰς γνάθους, φουσκώνω αὐτὰς ἐξ ὑπερηφανίας Δημ. 442. 16. ― Παθ. φλέβας φυσεωμένας Ἡρόδ. 4. 2· ἡ γαστὴρ ἐπεφύσητό μοι Ἀριστοφ. Πλ. 699· πρόβατα ἀποδαρέντα καὶ φυσηθέντα Ξεν. Ἀν. 3. 5, 9· πεφυσημένοι, φουσκωμένοι, ἐξῳδηκότες, ἀντίθ. τῷ εὔχροοι, ὁ αὐτ. ἐν Λακ. Πολ. 5, 8. 2) μεταφ., ἐμπίπλημί τινα ἀνέμου, κάμνω τινὰ ματαιόφρονα καὶ οἰηματίαν, ὅθεν ἀπατῶ, Δημ. 169. 23., 1357. 27· ― Παθ., ἐπαίρομαι «φουσκώσω», ἐπί τινι, διά τι πρᾶγμα, Ξενοφ. Ἀπομν. 1. 2, 25, Δημ. 1378. 1· ὑπὸ τῆς τύχης Πλούτ. 2. 68F. 3) φυσῶ ὅπως ἀνάψω τι, νὰ τὸ κάμω νὰ ἀνάψῃ, ἀνέπλησα τὠφθαλμὼ πάλης φυσῶν τὸ πῦρ Φερεκράτης ἐν «Ἰπνῷ» 5, Διονύσιος Κωμικ. ἐν «Θεσμοφόρῳ» 1. 16· ὁ φανὸς ἡμῖν οὐκ ἔφαινεν οὐδὲ ἕν. Β. ἔπειτα φυσᾶν δυστυχὴς οὐκ ἠδύνω; Φιλιππίδης ἐν «Συμπλεούσαις» 1· ἀλλ’ ὡσαύτως, 4) φυσῶ, σβύννω, τὴν λαμπάδα Ἀριστοφ. Βάτρ. 1098, πρβλ. Θεοφρ. περὶ πυρὸς 28. 5) ἐκφυσῶ, ἐκπέμπω φυσῶν, φυσῶντ’ ἄνω πρὸς ῥῖνας... αἷμα Σοφ. Αἴ. 918· πρβλ. σῦριγξ ΙΙ. 4. 6) φυσῶ ὄργανον μουσικὸν πνευστόν, φ. κόχλους Εὐρ. Ἰφ. ἐν Ταύρ. 3?3· καὶ οὕτως ἀπολ., φυσᾶν Ἀριστοφ. Ὄρν. 859, πρβλ. παρ’ Ἀθην. 337F· φυσᾶντες (Βοιωτ.) Ἀριστοφ. Ἀχ. 868 χέρ’ ἐφύση, ἐφύσα εἰς..., Θεόκρ. 19. 3· ― Παθ. ὁ αὐτ. 22. 77. 7) Παθ., φυσῶμαι ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἀκάνθης πάππος ὣς φυσώμενος Σοφ. Ἀποσπ. 748· οὕτω, πέτεται [ὁ πάππος] κοῦφος ὤν, δήπουθεν ὑπὸ τῶν παιδίων φυσώμενος Εὔβουλος ἐν «Σφιγγοκαρίωνι» Ι. 22.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
f. φυσήσω, ao. ἐφύσησα;
Pass. ao. ἐφυσήθην, pf. πεφύσημαι;
I. intr. souffler ; fig. δεινὰ φ. EUR souffler terriblement (de colère) ; μέγα φ. EUR souffler fortement, càd montrer de l’orgueil ; ἡλίκον ἐφύσα LUC combien il soufflait, càd quel était son orgueil !;
II. tr. 1 exhaler ou aspirer par son souffle : ἄνω αἷμα SOPH rendre du sang par en haut ; fig. αἷμα SOPH respirer le sang, être avide de sang;
2 souffler sur, acc.;
3 souffler dans : κόχλους EUR dans des conques ; αὐλούς PLUT dans des flûtes;
4 gonfler, enfler, acc. ; fig. φ. τινα enfler l’orgueil de qqn ; Pass. être enflé, gonflé (par qqe sujet d’orgueil, par le succès).
Étymologie: φῦσα.

Spanish

soplar

Greek Monotonic

φῡσάω: Ιων. -έω, μέλ. -ήσω (φῦσα
I. απόλ., φυσώ, πνέω, λέγεται για μουγκρητά, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για τον άνεμο, δεινὰ φυσᾶν, ξεφυσώ θορυβωδώς, σε Ευρ.· μέγα φυσᾶν, Λατ. magnum spirare, αγανακτώ, στον ίδ.· φυσάω τὸ αἷμα, πνέω αίμα και θάνατο, σε Σοφ.
II. μτβ., πνέω ή φυσώ, φουσκώνω, σε Αριστοφ., Ξεν.· λέγεται για πνευστά όργανα, σε Αριστοφ.· φυσάω τὰς γνάθους, είμαι λαχανιασμένος, ἐπί τινι, για ένα πράγμα, σε Ξεν.
3. φυσώ για να ανάψω φωτιά.
4. φυσώ, σβήνω, τὴν λαμπάδα, σε Αριστοφ.
5. φυσώ, εκφυσώ, σε Σοφ.
6. φυσώ ένα πνευστό μουσικό όργανο, σε Ευρ., Αριστοφ., Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

φῡσάω: ион. φῡσέω
1) дуть, пыхтеть, сопеть (φῦσαι πᾶσαι ἐφύσων Hom.): φ. τῷ στόματι Her. вдувать ртом (воздух); δεινὰ или μέγα φ. Eur. грозно сопеть, т. е. задыхаться от гнева (ср. 7); τὸ δυσέριστον αἷμα φυσῶν Ἄρης Soph. дышащий кровожадной воинственностью Арей; φ. χέρα Theocr. дуть на руку (чтобы унять боль);
2) извергать хрипя (αἷμα ἄνω Soph.);
3) дуть, трубить: κόχλους φ. Eur. трубить в раковины (служившие рогом); αὐλοὺς στόματι φ. Plut. играть на свирелях; οὐ σμικροῖσιν αὐλίσκοις φ. погов. Soph. играть на немалых свирелях, т. е. сильно важничать;
4) играть на духовом инструменте: παῦσαι σὺ φυσῶν Arph. перестань играть;
5) надувать (φλέβας Her.; γνάθον τὴν δεξιάν Arph.): τὰς γνάθους φυσῶν Dem. надув щеки, т. е. чванно; φ. κύστιν Arph. надувать пузырь: πρόβατα ἀποδαρέντα καὶ φυσηθέντα Xen. содранные и надутые овечьи шкуры, т. е. бурдюки; ἡ γαστὴρ ἐπεφύσητο Arph. живот вздулся; πεφυσημένος Xen. одутловатый;
6) задувать, гасить (λαμπάδα Arph.);
7) чваниться, гордиться Luc.: μικρὸν ἰσχύειν καὶ μέγα φ. Plut. иметь мало силы, да много спеси (ср. 1);
8) наполнять спесью (τινα Dem., Plut.): ὑπὸ τῆς τύχης φυσώμενος Plut. зазнавшийся от успехов; φυσᾶσθαι ἐπί τινι Xen., Dem., Plut. чваниться чем-л.; πολιτικὸν φύσημα φ. Plat. корчить из себя государственного деятеля.

Middle Liddell

φῡσάω, φῦσα
II. trans. to puff or blow up, distend, Ar., Xen.; of bag-pipers, Ar.; φ. τὰς γνάθους to puff them out, Dem.:—Pass. to be inflated, ἡ γαστὴρ ἐπεφύσητό μοι Ar.
2. metaph. to puff one up, make him vain, and so to cheat, Dem.:—Pass. to be puffed up, ἐπί τινι at a thing, Xen.
3. to blow up, kindle a fire: but also
4. to blow out, extinguish, τὴν λαμπάδα Ar.
5. to blow out, spurt out, Soph.
6. to blow a wind-instrument, Eur., Ar., Theocr.