Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἱματολοιχός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: αἱμᾰτολοιχός Medium diacritics: αἱματολοιχός Low diacritics: αιματολοιχός Capitals: ΑΙΜΑΤΟΛΟΙΧΟΣ
Transliteration A: haimatoloichós Transliteration B: haimatoloichos Transliteration C: aimatoloichos Beta Code: ai(matoloixo/s

English (LSJ)

όν, (λείχω)

   A licking blood: ἔρως αἱ. thirst for blood, A.Ag.1478 (lyr.).

Greek (Liddell-Scott)

αἱμᾰτολοιχός: -όν, (λείχω) ὁ λείχων αἷμα, ἔρως αἱμ. = ἐπιθυμία σφοδρὰ ὅπως λείξῃ τις αἷμα, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1478 (λυρ.).

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
qui lèche le sang.
Étymologie: αἷμα, λείχω.

Spanish (DGE)

(αἱμᾰτολοιχός) -όν
que chupa la sangre ἔρως αἱ. ansia de sangre A.A.1477.

Greek Monotonic

αἱμᾰτολοιχός: -όν (λείχω), αυτός που γλείφει το αίμα· ἔρως αἱματολοιχός, δίψα για αίμα, σφοδρή επιθυμία για γλείψιμο αίματος (αυτήν που έχει ο αιμοδιψής, ο αιμοχαρής), σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

αἱμᾰτολοιχός: лижущий кровь, алчущий крови (ἔρως Aesch.).

Middle Liddell

λείχω
licking blood, ἔρως αἱμ. thirst for blood, Aesch.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἱματολοιχός -όν αἷμα, λείχω lett. die bloed likt, alleen overdr. : ἔρως αἱματολοιχός bloeddorstig verlangen Aeschl. Ag. 1478.