Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βιαστικός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: βῐαστικός Medium diacritics: βιαστικός Low diacritics: βιαστικός Capitals: ΒΙΑΣΤΙΚΟΣ
Transliteration A: biastikós Transliteration B: biastikos Transliteration C: viastikos Beta Code: biastiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A forcible, violent, νόμος Pl.Lg.921e, Arist.MA703a22: Comp., ἀνάγκη Ph.2.395: Sup., φίλτρον ib. 28; cogent, τὸ β. [τοῦ λογικοῦ] Jul.Or.7.216a. Adv. -κῶς violently, EM197.11: of a forced construction, Sch.Philostr. Her.p.484B.: Comp. -ώτερον, ἐπιτάττειν S.E.M.6.7: also, cogently, ἀποδείκνυται Gal.5.480.

German (Pape)

[Seite 444] mit Gewalt zwingend, Plat. Legg. XI, 921 e.

Greek (Liddell-Scott)

βιαστικός: -ή, -όν, ἰσχυρός, ἐπιβλητικός, βίαιος, νόμος Πλάτ. Νόμ. 921Ε, Ἀριστ. π. Κινήσ. Ζ. 10, 4, κτλ. - Ἐπίρρ. –κῶς, μετὰ βίας, ἐπὶ βεβιασμένης, τραχείας κατασκευῆς λόγου, Ἐτυμ. Μ. ἐν λ. βία, Σχόλ. Φιλοστρ. Ἡρωικ. 484.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I 1fuerte, potente φίλτρον Ph.2.28
que ejerce presión ἡ τοῦ πνεύματος φύσις en el cuerpo, Arist.MA 703a22.
2 violento τὸ ... μαχητικόν Pl.Sph.225a, op. πιθανός Plu.2.614c
neutr. como adv. βιαστικώτερον ἐπιτάττειν S.E.M.6.7.
3 forzoso, imperativo (νόμος) συμβουλευτικός, οὐ β. ley consultiva, no de obligado cumplimiento Pl.Lg.921e, ἀνάγκη Ph.2.395
subst. τὸ βιαστικόν (τοῦ λογικοῦ) el carácter imperativo, la fuerza de la lógica Iul.Or.7.216a.
II adv. -ῶς
1 forzosa, imperiosamente por su rigor lógico ἀποδείκνυται Gal.5.480.
2 violentamente, EM 197.11G.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Μ βιαστικός, -ή, -όν) βιάζομαι
καταναγκαστικός, τυραννικός
μσν.- νεοελλ.
αυτός που γίνεται με βιάση, με σπουδή
νεοελλ.
εκείνος που επείγει, που πρέπει να γίνει γρήγορα
αρχ.
ισχυρός, βίαιος.

Russian (Dvoretsky)

βιαστικός:
1) принудительный (νόμος Plat.);
2) неодолимый (συλλογισμός Arst.: αἰτία Plut.);
3) буйный, насильственный (τῶν ζῴων τὰ βιαστικώτερα Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βιαστικός -ή -όν βιάζω dwingend :. νόμος... οὐ βιαστικός een wet die niet dwingend voorschrijft Plat. Lg. 921e.