Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλακτοφάγος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: γλακτοφάγος Medium diacritics: γλακτοφάγος Low diacritics: γλακτοφάγος Capitals: ΓΛΑΚΤΟΦΑΓΟΣ
Transliteration A: glaktophágos Transliteration B: glaktophagos Transliteration C: glaktofagos Beta Code: glaktofa/gos

English (LSJ)

[ᾰ], ον, shortd. for γαλακτ-,

   A living on milk, Il.13.6: Γλακτοφάγοι, οἱ, Scythian people, Hes.Fr.54.

Greek (Liddell-Scott)

γλακτοφάγος: [ᾰ], -ον, συγκεκομ. ἀντὶ γαλακτ-, ὁ διὰ γάλακτος τρεφόμενος, ζῶν, Ἰλ. Ν. 6· ἐντεῦθεν οἱ Γλακτοφάγοι, λαὸς Σκυθικὸς ποιμενικός, Ἡσ. Ἀποσπ. 16· πρβλ. γαλακτοπότης.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui vit de lait.
Étymologie: γάλα, φαγεῖν.

English (Autenrieth)

(φαγεῖν): living on milk, Il. 13.6†.

Spanish (DGE)

-ον

• Prosodia: [-φᾰ-]
que se alimenta de leche epít. de algunos pueblos Ἱππημολγοί Il.13.6, de los escitas, Hes.Fr.151, γλακτοφάγων βρεφέων Pamprepius 3.174, cf. γαλακτοφάγος.

Greek Monolingual

γλακτοφάγος, -ον (Α)
1. ο γαλακτοφάγος, αυτός που ζει με γάλα
2. (πληθ. ως ουσ.) οι Γλακτοφάγοι
σκυθικός λαός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γλακτ- (πρβλ. γλακτοτρόφος) + -φαγος < (θ.) φαγ-, έφαγον, αόρ. β' του εσθίω (βλ. και λ. γάλα)].

Greek Monotonic

γλακτοφάγος: [ᾰ], -ον (φαγεῖν), συγκεκ. τύπος του γαλακτο-, αυτός που τρέφεται, ζει με το γάλα, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

γλακτοφάγος: питающийся молоком (Ἄβιοι Hom.).

Middle Liddell

[syncop. for γαλακτο-] φαγεῖν
living on milk, Il.