Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γνάφος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

French (Bailly abrégé)

réc. c. κνάφος.

Greek Monolingual

γνάφος και κνάφος, ο (Α) κνάπτω
1. το αγκαθωτό φυτό δίψακος ο γναφευτικός
2. χτένι τών μαλλιών, χτένι χρήσιμο για κατεργασία ερίων
3. βασανιστήριο όργανο σε σχήμα χτενιού.