Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γνάφος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

French (Bailly abrégé)

réc. c. κνάφος.

Greek Monolingual

γνάφος και κνάφος, ο (Α) κνάπτω
1. το αγκαθωτό φυτό δίψακος ο γναφευτικός
2. χτένι τών μαλλιών, χτένι χρήσιμο για κατεργασία ερίων
3. βασανιστήριο όργανο σε σχήμα χτενιού.