Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διόρθωση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM διόρθωσις) διορθώ
1. επαναφορά στο σωστό, αποκατάσταση
2. εξάλειψη τών λαθών εντύπου ή γραπτού
νεοελλ.
1. βελτίωση, καλυτέρευση, διαρρύθμιση
2. το γραπτό ή έντυπο κείμενο για τον έλεγχο και την αποκατάσταση τών σφαλμάτων
3. στρατ. τα στοιχεία με τα οποία έχουν βαθμονομηθεί τα σκοπευτικά όργανα τών πυροβόλων και αναγράφονται στους πίνακες βολής
4. ναυτ. ο υπολογισμός της πραγματικής τιμής ενός στοιχείου με απ' ευθείας παρατήρηση
5. (φωτογρ.) η βελτίωση τών φωτοτύπων για εξάλειψη τών ατελειών
μσν.
1. (για ανθρ.) υπόδειξη
2. (για διαθήκη) ρύθμιση
3. σκευή αλόγου
αρχ.
1. (για οικοδόμημα) ανέγερση, αναστύλωση
2. (για πολίτευμα) μεταρρύθμιση, τροποποίηση
3. τιμωρία, σωφρονισμός
4. σωστή μεταχείριση
5. πληρωμή, εξόφληση χρεών
6. ευτυχές γεγονός, ευτυχής συγκυρία.