Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συγκυρία

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: συγκῠρία Medium diacritics: συγκυρία Low diacritics: συγκυρία Capitals: ΣΥΓΚΥΡΙΑ
Transliteration A: synkyría Transliteration B: synkyria Transliteration C: sygkyria Beta Code: sugkuri/a

English (LSJ)

ἡ, = foreg., τὰ ἀπὸ συγκυρίης λυπήματα γνώμης

   A chance annoyances, Hp.Hum.9; διὰ συγκυρίην Id.VM10; κατὰ συγκυρίαν Ev.Luc.10.31, Eust.376.12.

German (Pape)

[Seite 970] ἡ, seltene Form für συγκύρησις, N. T.

Greek (Liddell-Scott)

συγκῠρία: ἡ, σπανιώτερος τύπος ἀντὶ τοῦ προηγ., τὰ ἀπὸ συγκυρίης, τὰ τυχαῖα συμβάντα, Ἱππ. 49. 28· διὰ συγκυρίαν ὁ αὐτ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 11· κατὰ σ. Εὐαγγ. κ. Λουκ. ι΄, 31, Εὐστ. 376. 12.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
rencontre fortuite, accident, coïncidence, événement.
Étymologie: συγκυρέω.

English (Strong)

from a comparative of σύν and kureo (to light or happen; from the base of κύριος); concurrence, i.e. accident: chance.

English (Thayer)

συγκυριας, ἡ (συγκύρειν, to happen, turn out), accident, chance: κατά συγκυρίαν, by chance, accidentally, Hippocrates; ecclesiastical and Byzantine writings; Greek writings from Polybius down more common use συγκυρησις and συγκυρημα (Winer's Grammar, 24).)

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ [συγκυρῶ (II)]
1. τυχαία σύμπτωση, συντυχία
2. φρ. «κατά συγκυρία», «κατὰ συγκυρίαν» — κατά τύχη, τυχαία
νεοελλ.
φρ. «οικονομική συγκυρία»
(οικον.) το σύνολο τών οικονομικών, κοινωνικών, τεχνικών κ.ά. περιστάσεων που προσδιορίζουν την κατάσταση μιας οικονομίας και, γενικότερα, το σύνολο τών μη εποχικών περιστάσεων οι οποίες ισχύουν σε μια δεδομένη φάση του οικονομικού κύκλου και με τη μελέτη τών οποίων επιδιώκεται η πρόβλεψη τών οικονομικών εξελίξεων.

Greek Monotonic

συγκῠρία: ἡ, σύμπωση· κατὰ συγκυρίαν, κατά τύχη, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

συγκῠρία: ἡ случай, случайность: κατὰ συγκυρίαν NT случайно.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συγκυρία -ας, ἡ, Ion. συγκυρίη [συγκυρέω] toeval, toevalligheid:. δι ’ ἄλλην τινὰ συγκυρίην door een ander toeval Hp. VM 10; κατὰ συγκυρίαν bij toeval NT Luc. 10.31.

Middle Liddell

συγκῠρία, ἡ, [from συγκῠρέω]
coincidence, κατὰ συγκυρίαν by chance, NTest.

Chinese

原文音譯:sugkur⋯a 尋-去里阿
詞類次數:名詞(1)
原文字根:共同-認可
字義溯源:偶然發生,偶然,相合;由(σύν / συνεπίσκοπος)*=同)與(κύπτω)X*=發生)組成,其中 (κύπτω)X*出自(κύριος)=主,主宰),而 (κύριος)出自(κυριότης)X*=至高)
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 偶然(1) 路10:31