Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυάζω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: δῠάζω Medium diacritics: δυάζω Low diacritics: δυάζω Capitals: ΔΥΑΖΩ
Transliteration A: dyázō Transliteration B: dyazō Transliteration C: dyazo Beta Code: dua/zw

English (LSJ)

   A express in the dual number, Eust.47.28.    2 Pass., to be impressed with the sense of a thing's being double, see double, etc., S.E.M.7.193.    II make into two, Ascl. in Metaph.432.12 (Pass.): —Pass., to be halved, of the moon, Theol.Ar.12.    2 double, Theo Sm.p.29 H., Iamb.in Nic.p.60P.    III δυάζει· φλυαρεῖ, Hsch., Cyr. (cf. δρυάζω); also δυαεῖ Hsch.

German (Pape)

[Seite 671] zweifach machen, verdoppeln; Eust. auch = im Dual ausdrücken, brauchen; in Theol. arith. neben διχοτομέω, hälften.

Greek (Liddell-Scott)

δυάζω: κάμνω δύο, ζευγαρώνω, Εὐστ. Πονημ. 250. 78· παθ., ζευγαρώνομαι, γίνομαι δύο μετ’ ἄλλου, ἀντίθ. μονὰξ ζῆν, αὐτόθι 81. 2) ἐκφέρω τι κατὰ δυϊκὸν ἀριθμόν, Εὐστ. Ἰλ. 47. 28. 3) παθ., ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πρᾶγμά τι εἶναι διπλοῦν, βλέπω διπλᾶ, πάσχω διπλωπίαν, Σέξτ. Ἐμπ. Μ. 7. 193. ΙΙ. διαιρῶ εἰς δύο, διχοτομῶ, Θεολ. Ἀριθμ. σ. 12. ― Πρβλ. Κόντον ἐν Ἀθηνᾶς τ. Α΄, σ. 98.

Spanish (DGE)

I 1duplicar ἡ δυὰς ἑαυτὴν ἐδύασε Theo Sm.p.29, cf. Iambl.in Nic.60, en v. pas., Ascl.in Metaph.432.12.
2 gram. expresar en dual Eust.47.28.
II en v. med.-pas.
1 ver doble, tener visión doble a causa de una enfermedad, S.E.M.7.193.
2 dividirse en dos la luna Theol.Ar.12.

Greek Monolingual

(AM δυάζω)
1. διαιρώ στα δύο, διχοτομώ
2. εμφανίζω κάτι με δύο μορφές
3. μέσ. δυάζομαι
διχάζομαι, αποδέχομαι δύο αντίθετες θεωρίες, επαμφοτερίζω
μσν.
1. παρουσιάζω κάτι διπλό, σε ζεύγος
2. παθ. γίνομαι διπλός, ζευγαρώνομαι
3. είμαι διπλός
αρχ.
1. διπλασιάζω
2. έχω την εντύπωση ότι ένα πράγμα είναι διπλό, πάσχω από διπλωπία
3. (ειδ.) εκφέρω κάτι στον δυϊκό αριθμό.

Russian (Dvoretsky)

δυάζω: удваивать, pass. двоиться (в глазах) Sext.