Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δωδεκάγναμπτος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: δωδεκᾰγναμπτος Medium diacritics: δωδεκάγναμπτος Low diacritics: δωδεκάγναμπτος Capitals: ΔΩΔΕΚΑΓΝΑΜΠΤΟΣ
Transliteration A: dōdekágnamptos Transliteration B: dōdekagnamptos Transliteration C: dodekagnamptos Beta Code: dwdeka/gnamptos

English (LSJ)

ον,

   A bent twelve times, τέρμα the post (in the race-course) that has been doubled twelve times, Pi.O.3.33.

Greek (Liddell-Scott)

δωδεκάγναμπτος: -ον, δωδεκάκις κεκαμμένος, δωδεκ. τέρμα, ἡ στήλη ἡ δηλοῦσα τὸ τέρμα τοῦ δρόμου, ἣν δωδεκάκις κάμπτουσιν οἱ ἀγωνιζόμενοι, Πίνδ. Ο. 3. 59.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
dont il faut faire douze fois le tour.
Étymologie: δώδεκα, γνάμπτω.

English (Slater)

δωδεκάγναμπτος
   1 that is twelve times rounded δωδεκάγναμπτον περὶ τέρμα δρόμου (O. 3.33)

Spanish (DGE)

-ον
al que se le ha dado la vuelta doce veces τέρμα Pi.O.3.33.

Greek Monolingual

δωδεκάγναμπτος, -ον (Α)
φρ. «δωδεκάγναμπτον τέρμα» — το σημείο τερματισμού του αγωνίσματος της αρματοδρομίας, στο οποίο έχουν πλησιάσει δώδεκα φορές τα άρματα κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Greek Monotonic

δωδεκάγναμπτος: -ον (γνάμπτω), που τριγυρίζει δώδεκα φορές· δωδεκ. τέρμα, σημείο (στον αγώνα δρόμου), από το οποίο έπρεπε να περάσει ο αθλητής, ο δρομέας δώδεκα φορές, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

δωδεκάγναμπτος: огибаемый двенадцать раз (τέρμα Pind.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δωδεκάγναμπτος -ον [δώδεκα, γνάμπτω] waar men twaalf keer omheen buigt.

Middle Liddell

δωδεκά-γναμπτος, ον γνάμπτω
bent twelve times, δωδεκ. τέρμα the post (in the race-course) that has been doubled twelve times, Pind.