Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξακοντίζω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM ἐξακοντίζω) ακοντίζω
1. ρίχνω με ορμή, εκσφενδονίζω («ὁ ἥλιος ἐξακοντίζει τὶς ἀχτίδες του»)
2. (για λόγια) απευθύνω με παρρησία ή με αναίδεια («εξακόντισε βαριά κατηγορία»)
αρχ.
1. χτυπώ από απόσταση
2. ρίχνω ακόντιο
3. φεύγω γρήγορα, με ταχύτητα ακοντίου
4. τεντώνω ζωηρά («γενείου χείρας ἐξηκόντισα», Ευρ.)
5. εξαπολύω, αναδίδω
6. διακηρύσσω, διαλαλώ («ἀλλὰ τὶ τοὺς Ὀδυσσέως ἐξακοντίζω πόνους», Ευρ.).